Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

...ο Kurt Lewin,ο Μ. Lobrot, ο C. Rogers βάση για την εργασία που αφορά την επόπτρια Αρτζανίδου Έλενα.

Για μια πενταετία από το 2005 μέχρι και τον Ιούνιο του 2010 ήμουν αποσπασμένη στο ΤΕΠΑΕ του ΑΠΘ ως επόπτρια πρακτικής άσκησης. Στα χρόνια αυτά έμαθα πολλά, έδωσα ότι καλύτερο είχα από την πολυετή εμπειρία μου στην εκπαίδευση. Συνεργάστηκα με τουλάχιστον 300 φοιτητές και κοντά τους έγινα πιο αισιόδοξη και δημιουργική . Πριν λίγες μέρες δέχθηκα την εργασία μιας ξεχωριστής,με ιδιαίτερες δυνατότητες, αξιόλογης φοιτήτριάς μου της Κολυμπάρη Τάνιας. Η εργασία της έχει ώς αντικείμενο μελέτης τηνκατά δυο χρόνια επόπτριά της δηλαδή εμένα . Χάρηκα και συγκινήθηκα για όσα διάβασα. Για μια φορά ακόμη διαβάζοντας την τεκμηριωμένη εργασά της έμαθα αλλά πολύ περισσότερο ένιωσα περήφανη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

ΣΤ’ ΕΞΑΜΗΝΟ

ΕΜΨΥΧΩΣΗ ΤΩΝ ΟΜΑΔΩΝ

ΔΙΔΑΣΚΩΝ: Κ. ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ

Εργασία της φοιτήτριας: ΚΟΛΥΜΠΑΡΗ ΤΑΝΙΑΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2010

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ............................................................................................................... 2

1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ....................................................... 3

2. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ 6

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ...................................................................................................... 11

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι ομαδικές συναντήσεις και η δυναμική της αλληλεπίδρασης που εμφανίζεται στο εσωτερικό μιας ομάδας έχουν αποτελέσει το επίκεντρο ερευνητικής μελέτης για θεωρητικούς όπως ο Kurt Lewin, ο M. Lobrot, ο C. Rogers κ.τ.λ. Πρόκειται για μια βιωματική παιδεία που εστιάζει το ενδιαφέρον της στη θετική ή αρνητική όψη των συγκινησιακών βιωμάτων, που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό μιας ομάδας. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ο τρόπος που βιώνει το κάθε μέλος της ομάδας την εμπειρία του να είναι ενεργό ή όχι μέλος μιας ομάδας, καθώς και κατά πόσο οδηγείται σε προσωπική ανάπτυξη και μάθηση.

Υπό αυτή την οπτική η παρούσα εργασία στο πρώτο μέρος εστιάζει το ενδιαφέρον της στην περιγραφή μιας προσωπικής εμπειρίας μέσα σε μια ομάδα συνάντησης. Αφορά ένα βίωμα της φοιτήτριας που έλαβε χώρα στο εσωτερικό της πανεπιστημιακής κοινότητας και διαφοροποιείται τόσο ως προς τον τρόπο λειτουργίας, όσο και ως προς την επίδραση που είχε στην προσωπικότητα της. Συγκεκριμένα πρόκειται για την ομάδα που οργανώθηκε στα πλαίσια της πρακτικής άσκησης των φοιτητριών υπό την εποπτεία της Αρτζανίδου Ελένης αποσπασμένης νηπιαγωγού. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας επιχειρείται μια σύγκριση της εμπειρίας με γνώμονα βασικές θεωρητικές θέσεις που έχουν προταθεί κατά καιρούς. Βασικός σκοπός είναι να καταγραφεί το κατά πόσο, σε ποιο βαθμό και με ποιόν τρόπο αποτέλεσε η εν λόγω εμπειρία ένα θετικό ή αρνητικό συγκινησιακό βίωμα.

Υποσημείωση: Έχοντας υπόψη την ευελιξία που μου προσδίδει το μάθημα (οι κατευθύνσεις είναι ελάχιστες, ενώ δεσπόζει η αυτό-έκφραση), θα ήθελα να σημειώσω ότι θεώρησα ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παραθέσω και να σχολιάσω την εμπειρία μου από την πρακτική άσκηση, δεδομένου ότι μας προετοιμάζει για την μελλοντική διδακτική μας συμπεριφορά, ενώ χρονικά καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των σπουδών μας (έξι κύκλοι ακαδημαϊκών εξαμήνων μέσα σε τρία διδακτικά έτη).

1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ ΒΙΩΜΑΤΟΣ

Στο ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα το μοντέλο οργάνωσης της πρακτικής άσκησης αφορά την «ανάθεση» του φοιτητή σε έναν υπεύθυνο επόπτη και σε έναν πανεπιστημιακό καθηγητή, οι οποίοι απαρτίζουν μια «τριάδα συνεργασίας-εποπτείας». Το ρόλο του επόπτη των φοιτητών στις πρακτικές τους ασκήσεις αναλαμβάνουν διορισμένοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι αποσπώνται σε ετήσια βάση. Βασική συνισταμένη του ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ο υπεύθυνος επόπτης είναι η παροχή βοήθειας στους φοιτητές, ώστε να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το χρόνο παραμονής τους στα σχολεία και να συνδυάσουν αποτελεσματικά τη θεωρία με την πράξη κατά την πρακτική τους.

Κάτω από αυτό το πρίσμα δημιουργούνται ομάδες φοιτητών, αποτελούμενες από 15 συνήθως μέλη και οι οποίες βρίσκονται υπό την επίβλεψη-καθοδήγηση ενός αποσπασμένου εκπαιδευτικού (επόπτη). Οι ομάδες διατηρούν την σύστασή τους σταθερή κατά την διάρκεια δύο ακαδημαϊκών εξαμήνων και πραγματοποιούν εβδομαδιαίες συναντήσεις. Οι συναντήσεις αυτές έχουν χρονική διάρκεια μία περίπου ώρα, ενώ θέματα διαπραγμάτευσης αποτελούν κυρίως ο διδακτικός σχεδιασμός, η υλοποίηση διδακτικών δραστηριοτήτων στην τάξη και η αποτίμηση των διδακτικών συμπεριφορών που εμφανίζουν οι φοιτητές.

Βασιζόμενη στην εμπειρία μου, καθώς η ίδια υπήρξα μέλος ανάλογης ομάδας θα αναφερθώ σε τρεις γενικές κατηγορίες που θεωρώ ότι προσδιορίζουν με συστηματικό και λεπτομερειακό τρόπο την φύση της δυναμικής που εμφανίζει η ομάδα. Αυτές αφορούν α) την εσωτερική οργάνωση-δομή της ομάδας, β) το στυλ ηγεσίας και γ) το ψυχολογικό κλίμα. Αρχικά με την σύσταση της ομάδας και τις συνακόλουθες πρώτες συναντήσεις, η ομάδα χαρακτηριζόταν από σχέσεις ψυχρές και απρόσωπες. Παρόλο που ως μέλη της πανεπιστημιακής δομής είχαμε κοινές εμπειρίες από άλλα μαθήματα και ένα ευρύ «κορμό» αλληλεπιδράσεων, ωστόσο θα έλεγα ότι λειτουργούσαμε αρχικά ως αυτόνομες υποομάδες με τυπικές οργανωτικές σχέσεις. Προσπαθούσαμε δηλαδή περισσότερο να προσανατολιστούμε και να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο καλούμασταν να λειτουργήσουμε στα πλαίσια της ομάδας.

Οι συζητήσεις μας ήταν επικεντρωμένες γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα που αφορούσε την οργάνωση της πρακτικής μας, τον καθορισμό των τάξεων που θα διδάξουμε, καθώς και τον σχεδιασμό της διδασκαλίας που θα πραγματοποιήσουμε. Ο τρόπος επικοινωνίας ήταν οργανωμένος με τέτοιο τρόπο που προωθούσε αποκλειστικά και μόνο την λεκτική αλληλεπίδραση επόπτριας-φοιτήτριας ένα προς ένα. Πιο συγκεκριμένα όλα τα μέλη της ομάδας καθόμασταν σε κυκλική διάταξη διατηρώντας οπτική επαφή, ενώ και η ίδια η επόπτρια αποτελούσε μέρος του κύκλου.

Οι κανόνες λειτουργίας της ομάδας είχαν τεθεί εκ των προτέρων από την επόπτρια και αφορούσαν κυρίως οργανωτικά ζητήματα, όπως θέματα συζήτησης, στόχοι, ώρες συνάντησης κ.τ.λ. Η ίδια υιοθετώντας την τεχνική των ερωτοαποκρίσεων, υπαγόρευε τρόπους, έδινε κατευθύνσεις και ζητούσε πληροφορίες ή απόψεις από κάθε φοιτήτρια ξεχωριστά, διατηρώντας έναν κεντρικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Οι επικοινωνιακές ανταλλαγές ήταν περιορισμένες ως προς την ποσότητα και καθορισμένες εκ των προτέρων ως προς την ποιότητα. Η υπόλοιπη ομάδα καθ’ όλη τη διάρκεια της «ατομικής» ουσιαστικά συζήτησης που γινόταν παρακολουθούσε χωρίς να συμμετέχει, διατηρώντας μια παθητική στάση.

Αυτή η παθητική στάση χαρακτήριζε και την δική μου συμπεριφορά, γεγονός που με οδηγούσε πολλές φορές να αισθάνομαι γεμάτη άγχος, ένταση και ανυπομονησία για το τι πρόκειται να συμβεί. Αισθανόμουν ανικανοποίητη, χωρίς ενδιαφέρον, περισσότερο θα έλεγα σαν μαριονέτα που κατευθύνεται από τις εκάστοτε συνθήκες. Μια συνεχής και ανοδική πίεση, η οποία ενδεχομένως να οφειλόταν και στο αντικείμενο των συναντήσεων. Τα συναισθήματα αυτά άρχισαν να ολισθαίνουν μετά από τρεις-τέσσερις συναντήσεις. Εκείνο που ουσιαστικά άρχισε να αλλάζει ήταν η στάση της επόπτριας, το οποίο με την σειρά του διαφοροποίησε την λειτουργικότητα της ομάδας και το ψυχολογικό κλίμα που επικρατούσε.

Πιο συγκεκριμένα οι συναντήσεις μας άρχισαν να αλλάζουν μορφή ως προς τον τρόπο διεκπεραίωσης τους, παίρνοντας περισσότερο την μορφή ενός ανοιχτού διαλόγου. Η επόπτρια καθόριζε αρχικά την πορεία της εργασίας, που καλούμασταν να διεκπεραιώσουμε, ενώ στη συνέχεια πρότεινε τεχνικές και μεθόδους προκειμένου να επιλέξουμε πώς θα προχωρήσουμε. Η ίδια συμπεριφερόταν ως ισότιμο μέλος της ομάδας παρέχοντας υποστήριξη αλλά και πρόκληση προκειμένου να υιοθετήσουμε καινούρια πράγματα ή να απορρίψουμε λανθασμένα. Επιπλέον αξιοποιούσε κάποιες προτάσεις που θέταμε, ενώ ταυτόχρονα μας συμβούλευε δίνοντας μας παραδείγματα κυρίως από την δική της εμπειρία ως ενεργή νηπιαγωγός.

Στη συνέχεια στα πλαίσια ενός διαλόγου στον οποίο συμμετείχαν όλα τα μέλη της ομάδας επιλέγαμε πως θα οργανώναμε τις διδασκαλίες μας ανταλλάσσοντας απόψεις και εμπειρίες. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η ανταλλαγή των εμπειριών, καθώς για εμένα λειτουργούσε ως γνώση που «μοιράζεται». Αποτελούσαν δηλαδή πρακτικές γνώσεις που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή τροφοδότησης.

Η επικοινωνία μας άρχισε να παίρνει μια πιο θετική-φιλική μορφή, ενώ αυξήθηκαν και οι αλληλεπιδράσεις μας ακόμη και εκτός συναντήσεων. Σε αυτό το στάδιο αισθανόμουν την ομάδα σαν ένα σώμα με κοινό στόχο, στα πλαίσια της οποίας ο καθένας μπορούσε να εκφράσει ελεύθερα τις απόψεις και τα συναισθήματά του. Όλη η ομάδα είχε ενεργητική συμμετοχή και λειτουργούσε σε συνθήκες οικειότητας, αμοιβαίας συμπάθειας και εμπιστοσύνης. Βέβαια αυτές οι εκτιμήσεις αφορούν αποκλειστικά και μόνο δικές μου εκτιμήσεις, αλλά αν κρίνω από την σύμπνοια ως προς τους στόχους που μας χαρακτήριζε καθώς και την από κοινού αποδοχή και την περαιτέρω διατήρηση φιλικών σχέσεων νομίζω ότι αφορούν το σύνολο της ομάδας (τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της).

Καθοριστικό υπήρξε και το στάδιο των συζητήσεων που αφορούσε την αξιολόγηση της διδασκαλίας και του συνακόλουθου σχεδιασμού της δραστηριότητας που είχαμε εκτελέσει. Οι συζητήσεις αυτές ήταν ουσιαστικά ανατροφοδότηση της πορείας και των τελικών αποτελεσμάτων της πρακτικής άσκησης, χωρίς να περιλαμβάνει κανένα είδος βαθμολόγησης. Αφορούσε περισσότερο την επίλυση τυχόν προβλημάτων, ενώ ο έπαινος ή η κριτική αποδιδόταν συλλογικά και αιτιολογημένα στην εκάστοτε ομάδα.

Προς αυτή την κατεύθυνση καθοριστική υπήρξε για εμένα η εμψύχωση που παρείχε η επόπτρια, καθώς από τη σχετική εξάρτηση που φαινόταν να έχω αρχικά διέκρινα σταδιακά μια αυτονομία και πίστη στις δυνάμεις μου, ενώ ταυτόχρονα αισθανόμουν ότι γινόμουν περισσότερο ικανή και είχα φανερή αυτοπεποίθηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι προς το τέλος των συναντήσεων μας παρόλο που είχα ακόμη να υλοποιήσω και άλλες διδασκαλίες στα πλαίσια της πρακτικής είχα αποκτήσει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μου και έπαιρνα πρωτοβουλίες χωρίς να χρειάζομαι καθοδήγηση ή υποστήριξη από την επόπτρια. Το μόνο που ήθελα στις τελευταίες συναντήσεις ήταν να μοιραστώ με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας την εμπειρία και τα συναισθήματα μου, αλλά και να μετέχω στα δικά τους συνοδεύοντας έστω και νοερά την εμπειρία τους.

Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν αυτή η εμπιστοσύνη και συνεργασία που αισθάνθηκα μέσα στην ομάδα να με συνοδεύει μέχρι σήμερα. Παρόλο που πρακτική άσκηση ολοκληρώθηκε συνέχισα με τα υπόλοιπα μέλη να διατηρώ την ίδια επαφή και να την μεταβιβάζω και σε άλλες συνθήκες. Χαρακτηριστικό είναι ότι εξακολουθούμε να λειτουργούμε ως μέλη της ίδιας ομάδας και να μοιραζόμαστε συναισθήματα και εμπειρίες. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρω ότι σχηματίσαμε ομάδα με συνακόλουθη δράση πέραν της πανεπιστημιακής κοινότητας λειτουργώντας ως θεατρική ομάδα για την παρουσίαση δύο παιδικών βιβλίων της επόπτριάς μας, λαμβάνοντας μέρος στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας.

2. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ο όρος ομάδα αναφέρεται σε ένα ευρύ πλέγμα εννοιών, με κύριους άξονες την επικοινωνία και την δυναμική της αλληλεπίδρασης που αναπτύσσεται στο εσωτερικό της. Σύμφωνα με την Θεωρία Gestalt το όλο είναι κάτι περισσότερο από τα μέρη του σε ποσοτικό και ποιοτικό επίπεδο. Η παραπάνω θεωρητική αρχή εφαρμοσμένη σε μια ομάδα ατόμων σημαίνει ότι το φαινόμενο της ομαδικότητας συνιστάται σε μια δυναμική που επηρεάζει τα μέλη και τα κάνει να αποκτούν μια ιδιαίτερη συμπεριφορά (Μπακιρτζής, 1996, 2004). Κάτω από αυτό το πρίσμα οι μορφές αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας που εμφανίζονται μέσα σε μια ομάδα, το ύφος της ηγεσίας που ακολουθείται, καθώς και η αξία της προσωπικής-βιωματικής εμπειρίας παρουσιάζονται ως καθοριστικοί παράγοντες ανάπτυξης του ατόμου από θεωρητικούς όπως ο Kurt Lewin, ο M. Lobrot και ο Carl Rogers.

Δεδομένης της βαρύτητας που αποκτά το βίωμα και ακολουθώντας βασικές θεωρητικές θέσεις των παραπάνω ερευνητών θα προσπαθήσω να αναλύσω την δική μου εμπειρία στα πλαίσια μιας ομάδας, όπως αυτή παρουσιάστηκε στο πρώτο μέρος της παρούσας εργασίας. Ειδικότερα εστιάζοντας σε ερευνητικές προσεγγίσεις και αρχές θα αναλύσω α)το ύφος ηγεσίας, καθώς και την στάση της επόπτριας που κατά την γνώμη μου ακολούθησε β) την δυναμική της ομάδας, την επικοινωνία και τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της.

Ύφος ηγεσίας.

Όσον αφορά το ύφος ηγεσίας που φαίνεται να ακολουθεί η επόπτρια, αυτό εμφανίζεται αρχικά αυταρχικό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πρώτες συναντήσεις, ενώ στη συνέχεια διαφοροποιείται για να γίνει δημοκρατικό. Πιο συγκεκριμένα στην περίπτωση του αυταρχικού στιλ συμπεριφοράς ή ηγεσίας, η επόπτρια ως αρχηγός της ομάδας καθορίζει χωρίς συνεννόηση με τα μέλη, όλες τις λεπτομέρειες για την εργασία (ως εργασία στην δική μας περίπτωση νοούνται οι διδασκαλίες στα πλαίσια της πρακτικής) και την δραστηριότητα της ομάδας. Οι συζητήσεις όπως έχω προαναφέρει γινόταν σε διαπροσωπικό επίπεδο, ενώ η υπόλοιπη ομάδα παρέμενε αμέτοχη. Η όλη στάση της χαρακτηριζόταν από απόσταση, καθώς φαινόταν να αποφεύγει τις προσωπικές σχέσεις με τα μέλη της ομάδας. Ωστόσο η στάση αυτή διαφοροποιήθηκε πολύ σύντομα (μετά το πέρας 3-4 συναντήσεων) με αποτέλεσμα να εμφανίζει αυτή την φορά δημοκρατικό στιλ ηγεσίας. Οι συζητήσεις απέκτησαν την μορφή ανοιχτών διαλόγων, όπου όλα τα μέλη αντάλλαζαν απόψεις. Η ίδια συμμετείχε ενεργά συντονίζοντας την εργασία μας, συζητώντας σχετικά με επιμέρους στόχους, συμβουλεύοντας και βοηθώντας. Επιπλέον η ίδια μας πρότεινε τεχνικές ή μεθόδους μεταξύ των οποίων μπορούσαμε να επιλέξουμε αυτόνομα. Προς αυτή την κατεύθυνση σημαντική υπήρξε η συνεισφορά της στην αξιοποίηση κάποιων προτάσεων που θέτονταν από την ομάδα, καθώς και εμπειριών δικών της ή των μελών. Επιπλέον μια τακτική που ακολουθούσε και φαίνεται να πιστοποιεί το ύφος της ηγεσίας ως δημοκρατικό είναι ο τρόπος που αξιολογούσε και έδινε ανατροφοδότηση στα μέλη. Ο έπαινος ή η κριτική αποδιδόταν συλλογικά, παρέχοντας αιτιολόγηση, καθώς και άξονες προς βελτίωση.

Στάση του ηγέτη

Όσον αφορά την στάση της επόπτριας αυτή θα έλεγα ότι διακρινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της από εμψύχωση. Παρόλο που οι συζητήσεις είχαν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο (τις διδασκαλίες της πρακτικής), ωστόσο η ίδια έθετε στη διάθεση της ομάδας τις γνώσεις, τις τεχνικές και κυρίως την εμπειρία της δημιουργώντας κατά αυτόν τον τρόπο τις προϋποθέσεις εκείνες και τις συνθήκες, ώστε να μπορέσουμε να εκφραστούμε και να αναπτυχθούμε με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο. Έτσι δημιουργήθηκε ένα ομαδικό κλίμα μέσα στο οποίο διευκολυνόταν η πρωτοβουλία, η δημιουργικότητα, η ανακάλυψη και η μάθηση. Σημαντικό προς αυτή την κατεύθυνση υπήρξε το γεγονός ότι η ίδια παρά την εμπειρία της (25 χρόνια προϋπηρεσία ως ενεργή νηπιαγωγός και η πιο παλιά επόπτρια του Τμήματος) δεν προσπαθούσε να επηρεάσει με προσωπικές απόψεις την πορεία που επιλέγαμε να ακολουθήσουμε κάθε φορά. Οι παρεμβάσεις αφορούσαν περισσότερο την παροχή βοήθειας, ώστε να γενικεύσουμε την εμπειρία που αποκτούσαμε στην πρακτική και να εφαρμόσουμε τα σωστά της σημεία και σε άλλες καταστάσεις. Ακόμη περισσότερο είχαμε την δυνατότητα να εκφράσουμε ανάγκες, φόβους, επιθυμίες και ενδιαφέροντα.

Η στάση της δηλαδή και ο ρόλος που ουσιαστικά ακολουθούσε η επόπτρια φαίνεται να έρχεται σε συμφωνία με τις θεωρητικές θέσεις του Kurt Lewin σχετικά με την δημοκρατική και μη κατευθυντική εμψύχωση των ομάδων (T-Group), στην οποία υπάρχει δυνατότητα λειτουργίας του δημοκρατικού ηγέτη με χαρακτηριστικά εμψυχωτή (Μπακιρτζής, 1996). Σύμφωνα με τον Lewin, η εμψύχωση οφείλει να διευκολύνει την ανάπτυξη του δυναμικού της, την επιλογή στόχων, την κινητοποίηση και την εξεύρεση μέσων για την υλοποίηση τους. Όλα τα υπόλοιπα, τα δρώμενα, η συμπεριφορά των μελών, η λειτουργία της ομάδας και η κατανόηση της, αφορούν αποκλειστικά τους συμμετέχοντες (Μπακιρτζής, 2004). Στη δική μου περίπτωση η στάση που υιοθέτησε η επόπτρια φάνηκε ότι λειτουργούσε προς αυτή την κατεύθυνση, της παροχής δηλαδή αποκλειστικά και μόνο των γνώσεων και των εμπειριών της και στη διευκόλυνση της ανάπτυξης του ενεργητικού της ομάδας.

Πέραν όμως των αρχών του Lewin, η στάση της φαίνεται ότι συγκλίνει με χαρακτηριστικά που προτείνει ο Carl Rogers, ως απαραίτητα και σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητας του «συμβούλου». Αυτά αφορούν κυρίως την αποδοχή και την ενεργή εμπλοκή της στα συναισθήματα, στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα μας, δημιουργώντας κατά αυτόν τον τρόπο ένα κλίμα ψυχολογικής ασφάλειας για τις φοιτήτριες, μέσα στο οποίο μπορούσε να αυξηθεί η ελευθερία έκφρασης και να μειωθούν οι «άμυνες» (Μαλικιώση-Λοΐζου, 2001). Σύμφωνα με τον Rogers (1961), αυτό αποτελεί μια σημαντική παράμετρος επιτυχίας για την αποτελεσματική εμψύχωση, αλλά και την βελτίωση της επικοινωνίας μέσα στην ομάδα. Θα έλεγα ότι η στάση της πολλές φορές ήταν σαν να συμπάσχει με το βίωμα μας (empathy), να μας κατανοεί και να ενδιαφέρεται. Κατά τον Μπακιρτζή (1996), πρόκειται για την λειτουργία της «μαιευτικής», στην οποία ο εμψυχωτής δείχνει θερμό ενδιαφέρον, αποδέχεται και επιτρέπει με μόνο κριτήριο την ανάπτυξη του ατόμου ή/και της ομάδας.

Χαρακτηριστικό είναι ότι υπήρξαν πολλές φορές που επικοινωνούσε μαζί μου ακόμη και πέραν των συναντήσεων προκειμένου να παρέχει την βοήθειά της σε κάποιο προσωπικό πρόβλημα που αντιμετώπιζα. Η στάση της βέβαια δεν διακρινόταν από κανένα είδος άμεσης εμπλοκής στην προσωπική μου ζωή, αλλά περισσότερο λειτουργούσε ως μέσο διευκόλυνσης, προκειμένου να προσαρμοστώ στις συνθήκες με βάση τις ανάγκες μου. Κατά αυτόν τον τρόπο φαίνεται ότι η στάση που εμφανίζει έρχεται σε συμφωνία με τις θέσεις του Lobrot, σύμφωνα με τον οποίο ο εμψυχωτής είναι δρών κοινωνικό υποκείμενο και δεν κρύβεται πίσω από μια δήθεν ουδετερότητα (Αρχοντάκη & Φιλίππου, 2003). Από την πορεία της διαδρομής μου στην ομαδική αυτή εμπειρία τα παραπάνω πιστοποιούνται δεδομένων των φιλικών διαπροσωπικών σχέσεων που δημιουργήθηκαν μεταξύ μας, όπως έχω προαναφέρει στο πρώτο μέρος της εργασίας.

Δυναμική της ομάδας-επικοινωνία-σχέσεις

Όσον αφορά την δυναμική, που εμφάνισε η ομάδα στην οποία συμμετείχα και η συνακόλουθη δική μου συγκινησιακή εμπειρία ως μέλος καθορίστηκαν θα έλεγα σε μεγάλο βαθμό από το ύφος ηγεσίας και τη στάση της επόπτριας. Σύμφωνα με τη θεωρία πεδίου, αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μελών της ομάδας καθώς και της ομάδας με το περιβάλλον της, εξαρτώνται από την οργάνωση του ζωτικού χώρου της ομάδας, έτσι όπως διαμορφώνεται τη συγκεκριμένη στιγμή στο συγκεκριμένο χώρο (Μπακιρτζής, 1996, 2004). Αυτό σημαίνει, ότι τα στοιχεία της ομάδας και του περιβάλλοντος γίνονται αντιληπτά από τα μέλη της σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση που βιώνεται εκείνη τη στιγμή. Κατά αυτόν τον τρόπο και δεδομένου του συν-παθητικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί κυρίως από την στάση της επόπτριας αυτό που αισθανόμουν ως μέλος ήταν ότι μπορούσα να δω πιο προσεκτικά τον εαυτό μου, να του δώσω αξία και να οδηγηθώ σε οποιαδήποτε αλλαγή και ανάπτυξη επιθυμούσα. Ο τρόπος δηλαδή που βίωνα την εμπειρία μου και ο τρόπος που γινόταν αντιληπτή από τις αντιδράσεις της ομάδας ερχόταν σε πλήρη συμφωνία με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κατάλληλες συνθήκες ανάπτυξης της προσωπικότητάς μου.

Η παραπάνω στάση και αίσθηση που είχα φαίνεται να έρχεται σε συμφωνία με θεωρητικές θέσεις του Rogers, σύμφωνα με τον οποίο «κάθε άνθρωπος έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες για μάθηση, για επιτυχία, για δημιουργική λύση προβλημάτων, για πειθαρχημένη προσπάθεια προς ένα σκοπό, αρκεί να υπάρχει ένα ¨κατάλληλο διευκολυντικό κλίμᨻ (Μπακιρτζής, 1996). Κάτι ανάλογο υποστηρίζεται και από τον Michel Lobrot, κατά την άποψη του οποίου κάθε νέα και πρωτόγνωρη εμπειρία ονομάζεται εμπειρία αξιολόγησης και η ποιότητα του βιώματος της ως «θετική» ή «αρνητική», αναγνωρίζεται από το υποκείμενο σε συνάρτηση με το σύνολο της κατάστασης μέσα στην οποία εντάσσεται (Αρχοντάκη & Φιλίππου, 2003). Προς αυτή την κατεύθυνση δημιουργήθηκε και ανάλογη ατμόσφαιρα μεταξύ των μελών της ομάδας, η οποία εμφανίζεται μέσα από την αμοιβαία εμπιστοσύνη, την ασφάλεια και την βελτίωση της επικοινωνίας. Κατά την γνώμη μου, με την αλλαγή του στιλ ηγεσίας και την προοδευτική αύξηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών, ο τρόπος που κυκλοφορούσαν οι πληροφορίες στο εσωτερικό της ομάδας άλλαξε. Αρχίσαμε να ακούμε ο ένας τον άλλον πιο ενεργά, να εμφανίζονται νέες ιδέες και νέοι προσανατολισμοί με τέτοιο τρόπο που ο νεωτερισμός ή η αλλαγή της συμπεριφοράς μας να μην αποτελεί πλέον απειλή. Οι συναντήσεις μας είχαν αποκτήσει για εμένα μια άλλη διάσταση, στα πλαίσια της οποίας βίωνα την κοινή εμπειρία μέσα από διανοητικές και συναισθηματικές αλλαγές, ενώ αισθανόμουν ότι ο τύπος του κυκλώματος που δημιουργήθηκε μεταξύ μας περισσότερο με ευνοούσε παρά στρεφόταν εναντίον μου.

Καταλήγοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι η προαναφερθείσα εμπειρία λειτούργησε κατά την γνώμη μου ως «θετικό συγκινησιακό βίωμα» τουλάχιστον για τα περισσότερα μέλη της ομάδας. Η άποψη αυτή που έχω διαμορφώσει είναι αποτέλεσμα των φιλικών σχέσεων που δημιουργήσαμε καθώς και των δράσεων που αναπτύξαμε μετά το πέρας των συναντήσεων μας. Απόψεις, νέες ιδέες, συναισθηματικές και διανοητικές εμπλοκές εξακολουθούν να αποτελούν βασικές συνιστώσες που χαρακτηρίζουν τις εγκάρδιες πλέον σχέσεις μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρχοντάκη, Α. & Φιλίππου. Δ., (2003). 205 Βιωματικές ασκήσεις για εμψύχωση ομάδων. Αθήνα, Καστανιώτης.

Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (2001). Η Συμβουλευτική Ψυχολογία στην Εκπαίδευση. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα.

Μπακιρτζής, Κ. (1996). Η Δυναμική της Αλληλεπίδρασης στην Επικοινωνία. Αθήνα, Gutenberg.

Μπακιρτζής, Κ. (2004). Σημειώσεις μαθήματος «Δυναμική των Ομάδων» Θεσσαλονίκη, Τμήμα Εκδόσεων Α.Π.Θ.

Rogers, C., (1961). Το γίγνεσθαι του προσώπου. Αθήνα, Ερευνητές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου