Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει στο diastixo,για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή."


Γκασταρμπαίτερ η οδυνηρή φυγή
Έλενα Αρτζανίδου,Manus Scripta
του Μάνου Κοντολέων
Εκπαιδευτικός η Έλενα Αρτζανίδου, με μια αξιόλογη πορεία στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας, δείχνει πως την ενδιαφέρει πλατύτερα η συγγραφή και η όποια παρέμβαση μπορεί μέσω της λογοτεχνίας να υλοποιηθεί, κι έτσι με το βιβλίο της αυτό –δεύτερο στον τομέα της λογοτεχνίας ενηλίκων– έρχεται να αποδείξει πως πίσω από το κάθε λογοτεχνικό πόνημα υπάρχει πάντα μια ιδεολογική –και γι’ αυτό εντέλει και πολιτική– θέση.
Μοιάζει κάπως ετεροχρονισμένη η διάθεση ενός συγγραφέα του σήμερα να γράψει για κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν πριν από 50 περίπου χρόνια. Αναρωτιέται ο σημερινός αναγνώστης τι άραγε θα τον ενδιέφερε να αναζητήσει στην ιστορία κάποιων ανθρώπων της ελληνικής επαρχίας του 1960, που η φτώχεια και τα πολιτικά πάθη τούς οδήγησαν στο να μεταναστεύσουν. Σήμερα που τα χωριά σε τίποτε δε μοιάζουν με αυτό που κάποτε ήταν, που ο χωροφύλακας δεν κρατά στα χέρια του την τύχη κάθε απλού πολίτη που τυχαίνει να έχει διαφορετικά πολιτικά πιστεύω, σήμερα που η ανεργία έχει μπει σχεδόν σε κάθε αστική οικογένεια, γιατί θα πρέπει να διαβάζουμε τα πάθη και τις αγωνίες τεσσάρων-πέντε ανθρώπων –νέων αντρών και γυναικών– που βρέθηκαν να εργάζονται σε γερμανικά εργοστάσια ως ανειδίκευτοι εργάτες;
Κάπως έτσι ήταν οι πρώτες μου σκέψεις όταν ξεκίνησα την ανάγνωση του μυθιστορήματος της Αρτζανίδου.
Εγώ ο ίδιος, ως γνήσιο παιδί και έφηβος της πρωτεύουσας, στην ουσία έμαθα για το κύμα μετανάστευσης από την ελληνική ύπαιθρο στις βιομηχανικές πόλεις της Γερμανίας, εκεί γύρω στη δεκαετία του ’80, μέσα από τις σημαντικές μελέτες του Γιώργου Μαντζουράνη –συγγραφέα και δημοσιογράφου– που μελέτησε και ανέλυσε το φαινόμενο και όσους το ζήσανε. Και είχα σχηματίσει μια λίγο-πολύ συγκεκριμένη ιδέα για το πώς ήταν η ζωή των Ελλήνων εργατών σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης. Μια άποψη βασισμένη σε μια αριστερή ανάλυση και καταγγελία.
Και αυτή την ανάλυση και καταγγελία ήμουνα έτοιμος να αντιμετωπίσω ξανά, καθώς θα διάβαζα το μυθιστόρημα της Έλενας Αρτζανίδου. Αλλά όταν τελείωσα την ανάγνωση, η άποψη αυτή είχε κάπως διαφοροποιηθεί. Κάπως, αλλά σε ουσιαστικό βαθμό.
Γιατί η Έλενα Αρτζανίδου, παιδί η ίδια μεταναστών, καθώς έγραψε το μυθιστόρημά της πενήντα και βάλε χρόνια ύστερα από τότε που συνέβησαν όσα εντός του έργου περιγράφονται, διαθέτει από τη μια την πάντα εν ισχύ θέση των μελετών του Μαντζουράνη, αλλά και από την άλλη έχει τη γνώση όσων μεσολάβησαν και των αλλαγών που από τότε μέχρι σήμερα ζήσανε εκείνοι οι φτωχοί κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου. Κι έτσι, οι ήρωές της πέρα από τη φτώχεια και τη βίαιη αποχώρηση από τον τόπο καταγωγής τους, εκφράζουν και μια καθημερινότητα στον νέο τόπο εργασίας, μια καθημερινότητα που δείχνει να έχει όλα τα στοιχεία μιας μετατόπισης από τον άνθρωπο της υπαίθρου στον άνθρωπο της πόλης.
Η μετανάστευση παραμένει ένα τραύμα, από την άλλη όμως: «Σήμερα κλείνω έντεκα μήνες παραμονής στον ξένο τόπο. Τριακόσιες τριάντα πέντε μέρες είμαι κάτοικος αυτής της νέας χώρας που μας χάρισε δουλειά και μας χόρτασε ψωμί. Το δεύτερο ρούχο το γνώρισα εδώ, μαζί και το γεμάτο πορτοφόλι. Με τις οικονομίες μας καταφέραμε τις πρώτες καταθέσεις, χωρίς να στερούμε τη μηνιαία επιταγή στους γονείς μου». Μια θέση της κεντρικής αφηγήτριας που τελικά όχι μόνο διαπερνά όλο το έργο, αλλά και φωτίζει ένα κοινωνικό γεγονός με το φως μιας άλλης πηγής. Και λίγο πιο πριν, μια περιγραφή –«Ομοιόμορφα, περιποιημένα δίπατα σπίτια στολίζουν κάθε δρόμο που τυχαίνει να είναι στον προορισμό μας. Ψάχνω για την ατέλεια, τη λάσπη, τη σκόνη και τη φτώχεια. Αυτός ο τόπος μοιάζει να συνήλθε τόσο γρήγορα από τη φωτιά του πολέμου»– δίνει ίσως μια απάντηση σε γεγονότα που σήμερα μας ταλανίζουν.
Να λοιπόν που ανιχνεύω το ενδιαφέρον που έχει αυτό το μυθιστόρημα. Δεν αναμασά ό,τι ήδη ξέρουμε, αλλά προτείνει μια νέα μείξη συστατικών οικονομίας, πολιτικής, σχέσεων.
Θα ήθελα ακόμα να σταθώ στον απλό τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένο το έργο. Στη γλώσσα που ξέρει με ακρίβεια να περιγράφει και στην έντονη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Από τον πλέον ηρωικό έως τον πιο αριβίστα, από την πιο προσγειωμένη έως την πλέον ανερμάτιστη, τον κάθε άντρα και την κάθε γυναίκα που η Έλενα Αρτζανίδου έβαλε μέσα στο μυθιστόρημά της, τους είδε όλους και όλες με αγάπη και διάθεση κατανόησης.
Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή
Έλενα Αρτζανίδου
Manus Scripta
272 σελ.
H κριτική δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo εδώ:http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=268:gastarbainter&catid=44:elliniki-pezografia&Itemid=93

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Mε αφορμή την αναθεωρημένη επανέκδοση του βιβλίου,"Στο μισό του ουρανού",Έλενα Αρτζανίδου,εκδ.Βιβλιόφωνο.


Το βιβλίο μου «Στο μισό του ουρανού», πρωτοκυκλοφόρησε τον Ιούνιο 2000 σε εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλο,ήταν το δεύτερο βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη.
Ύστερα από τέσσερις επανεκδόσεις το 2010 έληξε το συμβόλαιό μου ενώ στην αγορά δεν υπήρχε πλέον κανένα αντίτυπο.
 Τον Οκτώβριο 2012 το βιβλίο «Στο μισό του ουρανού»,θα κυκλοφορήσει σε αναθεωρημένη έκδοση από τις εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΦΩΝΟ, με εικονογράφηση του Βαγγέλη Ελευθερίου.

Το βιβλίο το αγαπώ ιδιαίτερα,όμως μόνο δυο λόγους θα αποκαλύψω:
  • Πρώτα από όλα ήταν το δεύτερο βιβλίο μου,μετά το «Φιλαρέτη και Πάτης» από τις ίδιες εκδόσεις -το βιβλίο με το οποίο συστήθηκα στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας-, που ο Μάνος Κοντολέων, επέλεξε και  πρότεινε  στις εκδόσεις.Ήταν και είναι πολύ σημαντικό και τιμητικό μιας  και ο Μάνος Κοντολέων, είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη λογοτεχνίας με μεγάλη επιτυχία και το έργο του όπως του έχω πει σε μια από τις συναντήσεις μας το «Ζηλεύω».
  • Πάντα με ενδιέφερε να γράψω κάτι για τα νησιά μας, για τα όμορφα αλλά και τα πολλά δύσκολα που ζουν. Η τετράχρονη παραμονή μου στη Ρόδο μου έδειξε πολλές πτυχές αυτών των τόπων. "Το μισό του ουρανού" γράφτηκε στο σπιτάκι ψηλά στα 22 σκαλοπάτια, πάνω από το Γιαλό και αφορά τη Σύμη, έτσι όταν κυκλοφόρησε τον Ιούλιο παρουσιάστηκε στα πλαίσια του σημαντικού  και μοναδικού Φεστιβάλ Σύμης. Εκείνη η παρουσία μου είχε ως αποτέλεσμα το Σεπτέμβριο 2001 να συμμετέχω στο Συμπόσιο του 7ου Φεστιβαλ Σύμης, «Τόπος αλλού-Θαλάσσιοι τόποι στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους», με αφορμή πάντα το βιβλίο η εισήγησή μου είχε το παρακάτω θέμα που εντάχθηκε μαζί με όλες τις άλλες εισηγήσεις των συγγραφέων και των πανεπιστημιακών που συμμετείχαν,στο ομότιτλο βιβλίο που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.
Έλενα Αρτζανίδου
Νηπιαγωγός-Συγγραφέας.

Θέμα:Τόπος αλλού.Θαλάσσιοι τόποι στην παιδική και νεανική λογοτεχνία.

Τίτλος.
Από τον Καρκαβίτσα στον Εγγονόπουλο και από το Αϊβαλί του Κόντογλου στο Μισό του ουρανού της Σύμης: κείμενα πλημμυρισμένα θάλασσα, που ξέρουν να οδηγούν και να πλάθουν ψυχές αναγνωστών της λογοτεχνίας.
                             ΕΛΕΝΑ ΑΡΤΖΑΝΙΔΟΥ
                         ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ-ΝΗΠΑΙΓΩΓΟΣ
Η ζωή του Έλληνα είναι άρρηκτα δεμένη με τη θάλασσα από την αρχαιότητα έως και σήμερα.Ο ελληνικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στο Αιγαίο,στις ακτές της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου.
Το «θάλαττα,θάλαττα»  έγινε θριαμβευτική ιαχή.Στα κλασσικά χρόνια της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής, ο μεγάλος ηγέτης, θα στρέψει επίμονα την Αθήνα προς το ναυτικό βίο και θα δώσει άλλο χαρακτήρα στη ζωή της πόλης. Πιστεύει πως η στροφή προς τη θάλασσα ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβατή με την ανάπτυξη της δημοκρατίας1.
 Ο Περικλής θα θεωρούσε μεγάλο πλεονέκτημα αν η Αττική βρεχόταν ολόγυρα από θάλασσα.Αν ήταν νήσος, οι Αθηναίοι θα ήταν απόρθητοι.
Η γεωφυσική θέση,η οικονομική ανάπτυξη και η ιστορία της χώρας μας σχετίζονται άμεσα με τη θάλασσα.
 Ο μικρός αναγνώστης πολύ νωρίς γνωρίζει μέσα από την αφήγηση του Ομήρου τον ήρωα Οδυσσέα να ταξιδεύει για τον άλλο τόπο έχοντας αυτήν για μέσο,τη θάλασσα: «Ποιος τόση πικροθάλασσα, που τελειωμό δεν έχει, θα την περνούσε αυτόθελα…»2. .Και είναι εκείνη που άλλοτε του παρέχει την ασφάλεια σώζοντάς τον από τον κίνδυνο: «Γέμισε αφρούς η θάλασσα καθώς της ήρθε ο βράχος {…} κι όταν διπλά αλαργέψαμε στο πέλαγος τραβώντας, πάλε έσκουζα στον Κύκλωπα»3.
Με αυτόν τον ήρωα ταυτίζεται o μικρός αναγνώστης  και ανοίγει τα πανιά του, τον βάζει στα όνειρά και στα παιχνίδια του, γιατί είναι αυτός που πάλεψε τη θάλασσα και τα στοιχειά της  αλλά και νανουρίστηκε στην αγκαλιά της.
Και όσο μεγαλώνει το Ελληνόπουλο, τόσο ξετυλίγονται και άλλες ιστορίες μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα, που όλο και περισσότερο το φέρνουν πιο κοντά στη θάλασσα,σ’ αυτήν που είναι εκεί, σιμά του, από τα πρώτα χρόνια, δεμένη με την γέννηση του,τα πρώτα του ταξίδια,τον έρωτα,τον αγώνα και το θάνατο.
 Προσπαθώντας να καταγράψω την ταύτιση του Έλληνα με τη θάλασσα, θα συνεχίσω να ξετυλίγω το κουβάρι που παρουσιάζει την διαφορετική κάθε φορά σχέση του Έλληνα με την υγρή φίλη,έτσι όπως αναδεικνύεται από την παιδική και νεανική λογοτεχνία.
Το παιδί αρέσκεται στους θρύλους και στις θαλασσινές περιπέτειες,με αυτές μεγαλώνει.Ο θρύλος της Γοργόνας, της αδερφής του Μ.Αλέξανδρου, εξελίσσεται στο πέλαγος. Έτσι, από τον μυθικό Οδυσσέα το Ελληνόπουλο αφήνεται στην ιαχή:
«Ο βασιλιάς Αλέξανδρος απέθανε για ζη;»
Βροντολογά το στόμα της και τα νερά αναδεύει
με την ψαρίσια της ουρά,
και το γυναικείο της αυτί απόκριση γυρεύει.
«Ο βασιλιάς Αλέξανδρος στον κόσμο βασιλεύει,
Ο ναύτης αποκρίνεται,ζωή να `χης,Κυρά»4.

 Η μνήμη του βασιλιά διασώζεται, κι αυτό γίνεται με τη μεσολάβηση της θάλασσας, όπως αυτό φαίνεται από τους παραπάνω στίχους του Γ.Δροσίνη.
 Η θάλασσα σχετίζεται με το βιοπορισμό.Ο Έλληνας στον αγώνα της επιβίωσης δεν αναλογίζεται τις δυσκολίες,τον κίνδυνο τον αποχωρισμό που αυτή του επιφυλάσσει, παρά αποφασίζει να σαλπάρει με κάλμα καιρούς και να παλέψει με κύματα θεριά:
Τελευταία έμειναν η γολέτα του καπετάν Παλιούρα,η «Βαγγελίστρα»Οι ναύτες και το ναυτόπουλο[…}Το ναυτόπουλο ρίχνει μια ματιά σε ένα χαμηλό σπιτάκι{…}Στο λιακωτό είναι η μάνα του,χήρα μαυροντυμένη{…}Πότε θα γυρίσει η «Βαγγελίστρα»με το γιο της που θα φέρη την προίκα να παντρέψη την αδερφή του..Ήρθε του Αγ.Νικολάου και η «Βαγγελίστρα» δε φάνηκε {…} Ξημερώνει το Μεγάλο Σάββατο και «Βαγγελίστρα» είναι έξω από το νησί.Μα να πιάση λιμάνι δε μπορεί..
«Για το θεό!λέει ο καπετάνιος θυμωμένος έξω από το νησί μας να χαθούμε!»
Την ώρα που έβγαιναν οι επιτάφιοι…
«Ήρθα μάνα μου,παράγγειλε το ναυτόπουλο»5.


Σε αυτό το έργο «Η πατρίδα μας»,1919, του Ανδ.Καρκαβίτσα,το ναυτόπουλο, αμούστακο ακόμη, σηκώνει τα βάρη της οικογένειας.Αν δεν ταξιδέψει, η αδερφή του δε θα παντρευτεί, πράγμα αδιανόητο.Έτσι δίχως άλλη σκέψη και επιλογή, θα γνωρίσει λιμάνια και τόπους.Θα εμπιστευτεί τη ζωή του και αυτών που αφήνει πίσω σε κάποιο καράβι και στον άγιο.
 Εις οποιονδήποτε νήσον και αν αποβιβασθης,θα απαντήσης ναόν του αγίου Νικολάου..Ο άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας..Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη είς τήν νησόν του,φέρει το τάξιμον του είς τον Άγιον..και από τα δόντια του θανάτου γλυτώση,πρώτα-πρώτα θα φέρη το τάξιμό του είς τον Άγιον,λαμπάδα μεγάλην και ύστερον θα μεταβη είς την οικίαν να χαιρετίση τήν μητέραν του ή την σύζυγόν του6….
 Η βιοπάλη είναι δύσκολη, και πολύ περισσότερο η ζωή του ταξιδευτή.Σε κάθε γυρισμό ο ναύτης δε ξέχνα τον άγιο του,αυτόν που τον συντρόφευε στα όμορφα ταξίδια και που, όταν τον χρειαζόταν, ήταν εκεί για να του στείλει μια σανίδα σωτηρίας.Πρώτα πηγαίνει το τάμα του,ως πρέπει,και μετά, όπως παραπάνω γράφει ο Αλεξ. Μωραϊτίδης  στο «Των θαλασσών ο Άγιος», θα πάει στη μάνα ή στη γυναίκα του.Πάντα ο Έλληνας τολμούσε τα ταξίδια και πάντα, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, λογάριαζε και έβαζε ανάμεσα σε αυτόν και στο υγρό στοιχείο το θεό και προστάτη του.Στον Ποσειδώνα θυσίαζε ο ήρωας για να φτάσει στο πολυπόθητο λιμάνι που θα πουλούσε το κρασί να φέρει το μετάξι.Τον άγιο Νικόλα ζήταγε ο ναύτης που θαλασσοπνιγόταν και ευθύς εκείνος ήταν εκεί για να τον σώσει.
 Σε άλλα πάλι βιβλία Ελλήνων λογοτεχνών που απευθύνονται κυρίως σε παιδιά ξεχωρίζει η αγάπη και το πάθος για τη θάλασσα.Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες που αυτή γεννά.
 Στο έργο Τ’ Αϊβαλί η πατρίδα μου ο Φώτης Κόντογλου γράφει:
Εγώ νιώθω τη θάλασσα,γιατί γεννήθηκα κοντά της.Αναθράφηκα και μεγάλωσα μέσα στους αρμυρούς αφρούς της{…} Άφηνα το κορμί μου να το σπρώχνουνε τα κύματα κατά την ακρογιαλιά{…} Πήγαινα και ξάπλωνα απάνω στα κοχύλια και καθόμουνα μπρούμυτος πολλές ώρες,κοιτώντας την αγαπημένη μου θάλασσα,που με καλούσε πάλι κοντά της{…}7
 Ο συγγραφέας αναδεικνύει τον έρωτα που γεννιέται.Παρουσιάζει επίσης το χτίσιμο της σχέσης του ήρωα με τη γη και θάλασσά του.
 Γι’ αυτήν την αγάπη, που είναι ακόμη και πιο πάνω από την αγάπη προς τη μάνα, κάνει λόγο και ο Στρατής Μυριβήλης στο μυθιστόρημά Ο Αργοναύτης:
«Αντρέα,εσύ δε θα πατήσεις ποτέ σου καραβοσανίδα αν με αγαπάς»{…} Ο Αντρέας της χαϊδεύει πάντα το αδύνατο χέρι {…} Και πάντα συλλογιζότανε τη θάλασσα {...}8
 Και όπως ο έρωτας σε θολώνει και πλημμυρίζει η ψυχή από ενέργεια και ευτυχία, έτσι και ο ήρωας παρασύρεται και την ακολουθεί αδιαφορώντας για τα λόγια της μάνας: «Είναι το πιο άπιστο πράμα η θάλασσα, αγόρι μου…»9. Ο ήρωας αποφασίζει να την ακολουθήσει και να ζήσει κοντά της κρυφά, αψηφώντας τις οποιεσδήποτε συνέπειες, όπως και στον έρωτα θα πάει ως το τέλος: «Ο Αντρέας άκουγε μέσα του τη φωνή της θάλασσας σαν τη φωνή της Φυλής,της προαιώνιας φυλής των θαλασσινών10». Έτσι, η αγαπητικιά του θα τον πάρει μαζί της, και σαν άλλος Ιάσονας και Οδυσσέας θα τολμήσει,θα παιδευτεί για να βγει νικητής.
Κλείνοντας ο Μυριβήλης γράφει:
«Τη μητέρα μου! είπε με λαχτάρα ο Αντρέας.Ειδοποιήστε,παρακαλω,τη μητέρα μου πως γυρίζω πίσω…Κοντά της…Πώς είμαι ζωντανός …»11
 Και ενώ παραπάνω ο νέος θέλει να ζήσει την περιπέτεια με την αγάπη του, σε ένα άλλο έργο  Ο Ατλαντικός του Νίκου Εγγονόπουλου, ξεδιπλώνεται το ταξίδι προς άλλους μακρινούς τόπους και απέραντες θάλασσες. Θάλασσα και ουρανός σού δίνουν την εντύπωση πως είναι ένα. «Στην κουπαστή σκυμμένοι θ’ απολαμβάνουμε την άφατη ειρήνη»12    ,
έτσι ξεκινάει ο συγγραφέας για να νιώσει ο ίδιος και ο αναγνώστης το φόβο και τον κίνδυνο που ακολουθεί.«Αρχίζουνε να πέφτουνε οι στάλες,οι πρώτες της βροχής κι άνεμοι αγριοξάφνης{…} με μουγκρητά μας περιζώνει.Τι μακριά που είστε της πάτριας γης εικόνες…»13       
 Και όταν ο κίνδυνος κορυφωθεί και όλα τα φυσικά φαινόμενα δείξουν τη δύναμή τους σε υπερθετικό βαθμό, ο θαλασσινός θα αναζητήσει την πατρίδα, ακόμη και αυτήν την καινούργια: «Πολύ αργεί πότε θα φτάσουμε στην ξένη γη;»14.
 Αρκετοί συγγραφείς μας επίσης ασχολήθηκαν με το τρίπτυχο ζωή-θάλασσα-εξαφάνιση. Η πολύ λαίμαργη φάλαινα που έφαγε τη θάλασσα του Ευγ.Τριβιζά καταφέρνει να προβληματίσει τα παιδιά στην αξία της αλυσίδας της ζωής.
«Όταν η θάλασσα κατάπιε όλα τα κύματα{…}έφαγε χταπόδια,ξιφίες σπάρους,ναύτες,γοργόνες,φάρους,πλοία{…} 15 κι έμεινε μεμιάς μόνη στη μέση της μεγάλης ερημιάς{…} Είδε τότε να’ρχονται από μακριά με καμάκια μυτερά{…}.Έρχονται να με σκοτώσουν{…}16
 Η ισορροπία της κάθε μορφής ζωής είναι απαραίτητη. Ένα λάθος, μια απερισκεψία θα οδηγήσει σταδιακά τον πλανήτη στην ερημιά και στην εξαφάνιση. «Και από τότε της κόπηκε η λαιμαργία και τρώει τις μαρίδες μία μία!»17 ,αυτά  είναι τα τελευταία λόγια του μεγάλου μας παραμυθά.
 Σ’ ένα πρόσφατο έργο, «Στο μισό του ουρανού», που διαδραματίζεται εξ’ολοκλήρου στη Σύμη και στα νερά της, η συγγραφέας, Έλενα Αρτζανίδου, παρουσιάζει τη ζωή του τόπου μέσα από τα μάτια της ηρωίδας, της Ωραιοζήλης.  Η θάλασσα είναι η έμπνευσή της στη χαρακτική που λατρεύει. Η θάλασσα είναι ο τόπος των νέων γνωριμιών και της παιδικής ανεμελιάς. Είναι αυτή που ζει την οικογένειά της, ο πατέρας εργάζεται στις ιχθυοκαλλιέργειες.Αλλά είναι και αυτή που άθελά της θα προκαλέσει κακό και πόνο σ’ όλη την οικογένεια. Η ηρωίδα θα την απαρνηθεί, αλλά όχι για πάντα, μιας και, όπως ξέρουμε, ο Έλληνας, γεννημένος κοντά στη θάλασσα, μπορεί να της θυμώνει και κείνη να τον πληγώνει, αλλά πάντα σε κείνη γυρνά.
Μετά από το ατύχημα η φιλία τους κλονίστηκε.Τίποτε δεν ήταν όπως πριν{…}Τη θάλασσα την απαρνήθηκε,και κείνη δικαιολογημένα ξέχασε το κορμί της{…}Κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει {…} Βούτηξε και άρχισε να κολυμπάει μανιασμένη {…} όταν έβγαλε το κεφάλι και κοίταξε πίσω της είχε απομακρυνθεί από τη στεριά. Ήταν λίγο πριν βγει από τον κόλπο
{…} 18 .
 Θα κλείσω με το κείμενο του Φώτη Κόντογλου «Ταξίδια και ταξιδευτές»19:
 Όλοι οι άνθρωποι τα αγαπάνε τα ταξίδια, μα οι Έλληνες τα αγαπάνε ακόμα παραπάνω, και για αυτό εκείνον που ταξιδεύει μακαρίζουνε οι άλλοι που κάθονται παραπονεμένοι σα να’ναι καταδικασμένοι. Και βγήκανε από τον τόπο μας πολλοί ταξιδευτάδες, που ταξιδέψανε όχι σε κοντινά μέρη παρά σε μακρυνά. Γιατί ταξίδια λέγουνται και τα κοντινά, ταξίδια λέγουνται και τα μακρυνά, ταξίδια λέγουνται και της θάλασσας και της στερηάς,ταξίδια λέγουνται και τα εύκολα και τα ραχατλίδικα, ταξίδια λέγουνται και τα επικίνδυνα. Για μένα όμως τα καλά τα ταξίδια είναι τα μακρυνά,τα θαλασσινά και τα επικίνδυνα. Τα άλλα μοιάζουνε σαν και κείνο που έκανε ο Γάλλος ντε Μαιτρ και που το ονόμασε «Ταξίδι γύρω από την κάμαρή μου».
 Αλλά τέτοια ταξίδια που είπα, θαρρώ πως δε γίνουνται πια σήμερα, και επειδή από τα μικρά μου χρόνια είχα μεγάλον πόθο να γίνω ταξιδευτής και διάβαζα ολοένα το Ροβινσόνα Κρούσο, τον Σεβάχ Θαλασσινό,κι άλλες τέτοιες ιστορίες, για τούτο αγαπώ και κείνα τα χρόνια, κι ήθελα να ζω σε κείνον τον καιρό.
Σε ευχαριστούμε θάλασσα που μας γέννησες,μας νανούρισες,μας έδειξες τον κόσμο. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Εμμανουήλ.Ι.Μικρογιαννάκη,περ.Ιστορικά,σ.6-8,Ελευθεροτυπία ,10 Μαϊου 2001.
2.Ομήρου Οδύσσεια, ε 102-103,μετφρ.Ζ.Σιδέρη,σ.76.
3.Ομήρου Οδύσσεια,ε  491,498,499, μετφρ.Ζ. Σιδέρη,σ.142.
4.Δροσίνης Γ., «Ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος», Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄,έκδοση Ε΄,1966,Σ.70.
5.Καρκαβίτσας Ανδρ., «Το ναυτόπουλο», «Η πατρίδα μας», Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄1919 έκδοση Ε,σ.192-194,
6.Μωραϊτίδης Αλ., «Των θαλασσών ο άγιος», Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄, «Διηγήματα»,1921,σ.15.
7.Κόντογλου Φ., «Η μάνα μου η θάλασσα», «Τ’ Αιβαλί η πατρίδα μου,» σ.84-85,Γλώσσα Γ΄Δημοτικού.
8.Μυριβήλη Στρ., « Αργοναύτης»,Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας,1992,σ.18.
9.Μυριβήλη Στρ., ό.π.,σ.18.
10.Μυριβήλη Στρ,,ό.π.,σελ.19.
11.Μυριβήλη Στρ.,ό.π.,σελ.187.
12.Εγγονόπουλος Ν..Ατλαντικός,σ.80,Γλώσσα Ε΄Δημοτικού.
13.Εγγονόπουλος Ν.,ό.π.,σελ.81
14.Εγγονόπουλος Ν.,ό.π.σελ.81.
15.Τριβιζάς Ευγ., «Η πολύ λαίμαργη φάλαινα που έφαγε τη θάλασσα», Γλώσσα Ε΄Δημοτικού ,Εκδόσεις Κέδρος,σ.91.
16.Τριβιζάς Ευγ.,ό.π.σελ.92.
17.Τριβιζάς Ευγ,ό.π.σελ.93.
18.Αρτζανίδου Έλ. ,Στο μισό του ουρανού, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη,2000,σ.95-97.
19.Κόντογλου Φ., «Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες», Βιβλιοπωλείο της Εστίας.


Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η Λίτσα Χαραλάμπους, έγραψε για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου ««Γκασταρμπάιτερ- Η οδυνηρή φυγή» της  Έλενας Αρτζανίδου
 Εκδόσεις «Manus Scripta»
Λίτσα Χαραλάμπους:Δημοσιογράφος-  Εκδότρια Εφημερίδας «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ».
                                   Ερμούπολη,30/8/2012               
                                                         
Την λέξη «γκασταρμπάιτερ» την άκουσα για πρώτη φορά πριν μερικά χρόνια παρακολουθώντας μια εκπομπή της ΕΤ 3 αφιερωμένη στον απόδημο ελληνισμό. Ανέτρεξα σε πηγές  για να πληροφορηθώ ότι «γκασταρμπάιτερ» λέγονται οι προσκεκλημένοι- φιλοξενούμενοι εργάτες. Αυτοί που έφυγαν από την Ελλάδα στο πλαίσιο  της «Σύμβασης Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις» που υπεγράφη  στις 30 Μαρτίου του 1960. Έτσι  αυτοί οι γκασταρμπάιτερ έφυγαν επισήμως να δουλέψουν στην τότε Δυτική Γερμανία σε αυτοκινητοβιομηχανίες, χυτήρια, εργοστάσια πορσελάνης και φαρμάκων. Δηλαδή στη βαριά βιομηχανία.  Η συμφωνία αυτή κράτησε για δεκαπέντε κυρίως χρόνια, μέχρι το 1975. Αυτό ήταν το ξεκίνημα της πιο έντονης μετανάστευσης των Ελλήνων, που βιώθηκε όσο καμία άλλη. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της.
Έτσι, η υπογραφή της Ελληνογερμανικής Σύμβασης, αποτέλεσε μία «μεγάλη ευκαιρία» για χιλιάδες Έλληνες. Τότε,  το 90% των  Ελλήνων  από τη Βόρειο Ελλάδα έφευγε για να δουλέψει στις φάμπρικες της Γερμανίας. Έπαιρνε το δρόμο της ξενιτιάς κυνηγώντας το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
  Η λέξη «Γκασταρμπάιτερ» ακόμη και σήμερα πληγώνει ως λέξη υποτιμητική που παραπέμπει σε σκηνές  από το σκλαβοπάζαρο στην Αφρική, όπου στέκονται οι σκλάβοι στη σειρά και έρχονται τα αφεντικά, τους εξετάζουν και λένε: «Θα πάρω αυτόν και αυτόν». Δανείζομαι από την εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» την αφιερωμένη στους Γκασταρμπάιτερ,  το ρεπορτάζ που καταγράφει ότι τότε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε δηλώσει ότι «Η μετανάστευση είναι ευλογία Θεού δια τον τόπο». Έτσι άρχισε η μεγάλη έξοδος με 400.000 «τεμάχια» εργάτες όπως τους χαρακτήριζαν οι Γερμανοί εργοδότες.
 Διαβάζοντας το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου, εικόνες σαν από ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία πέρασαν από το μυαλό μου και βούρκωσα πολλές φορές.  Αθέλητα κι αυθόρμητα σταματούσα  κάνοντας συγκρίσεις της Βόρειας και Ηπειρωτικής Ελλάδας με τη Νησιωτική, τη δεκαετία του ‘60. 
  Στην οικογένειά μου βίωσα και τις δυο πλευρές. Η αδελφή μου μετανάστευσε στη Γερμανία ακολουθώντας τον δάσκαλο σύζυγό της, ο οποίος δίδασκε τα ελληνόπουλα του Νταχάου στη Γερμανία. Από τα τρία παιδιά της το ένα τελείωσε Γερμανική Φιλολογία.
Ο αδελφός μου μπάρκαρε στα καράβια χωρίς να του αρέσει  η δουλειά του ναυτικού.
  Η ξενιτιά είναι παντού η ίδια. Όπως και η φτώχια και η ανεργία που φέρνει την απόγνωση. Η εικόνα των γυναικών με τη βαλίτσα στο χέρι στο σταθμό του τρένου  που χαιρετούσαν τους άνδρες τους, αφήνοντας πίσω τα παιδιά τους -αφού οι Γερμανοί προτιμούσαν γυναίκες  στις φάμπρικες της κλωστοϋφαντουργίας καθώς τα χέρια τους ήταν πιο λεπτά και επιδέξια απ’ αυτά των ανδρών- ήταν η ίδια με την εικόνα των ανδρών εδώ στα νησιά. Των ανδρών, που με τη βαλίτσα στο χέρι, στο λιμάνι χαιρετούσαν γυναίκες και παιδιά για να μπαρκάρουν σε σαπιοκάραβα, χωρίς να ξέρουν πότε και αν θα γυρίσουν πίσω.   
  Κι αν στα γραφεία  Μεταναστεύσεως στη Βόρεια Ελλάδα ή την Ήπειρο οι ουρές ήταν ατελείωτες, προκειμένου να τους «εγκρίνουν»  για μετανάστευση στη Γερμανία, τις ίδιες ουρές σχημάτιζαν και οι νησιώτες στην Ακτή Μιαούλη  στον Πειραιά, έξω από τις ναυτιλιακές εταιρείες, για να βρουν μια οποιαδήποτε θέση στα εμπορικά πλοία.
  Πανομοιότυπες ήταν οι τραγικές σκηνές του αποχωρισμού με τα ανδρόγυνα να χωρίζουν και τα παιδιά να μένουν πίσω. Κι όπως οι μετανάστες δεν γνώριζαν τι θα συναντήσουν στο νέο τόπο, το ίδιο και οι ναυτικοί που πήγαιναν στη θάλασσα αφού δεν είχαν άλλη επιλογή για να ζήσουν. Κι ήταν παιδιά 17 χρόνων αυτά που μπάρκαραν και φορτώνονταν στην πλάτη το βάρος  επιβίωσης μιας οικογένειας.   Κινδύνευε η ζωή τους, γιατί στα πλοία τότε οι συνθήκες ναυσιπλοΐας ήταν απλά δραματικές και δεν ήταν λίγες οι φορές που το μαντάτο του ναυαγίου ή ο θάνατος του ναυτικού σε πλοίο έντυνε στα μαύρα όλο το νησί.  
  Είναι αλήθεια. Εμείς εδώ στα νησιά  δεν γνωρίζουμε  τι είναι οι «γκασταρμπάιτερ».  Όμως γνωρίζουμε τι θα πει ξενιτιά. Διόλου τυχαίο ότι το 1960 ιδρύθηκε στη Σύρο η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού. Αυτή που θα φιλοξενούσε τους αυριανούς  πλοιάρχους, ενώ λειτουργούσε και Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού. Γιατί δεν υπήρχε άλλος δρόμος για το νησί. Αρκεί να σας πω ότι ο συνολικός αριθμός των εν ενεργεία ελλήνων ναυτικών στην Ελλάδα τη δεκαετία 1960-1970 ήταν περίπου 65.000.
 Η ξενιτιά  είναι πόνος αβάσταχτος  και όλοι κουβαλάμε τέτοια βιώματα που παρουσιάζονται στο βιβλίο. 
Αν η πρωταγωνίστρια μετανάστρια αγωνίζεται μόνη για την φροντίδα κι εκπαίδευση του παιδιού της, κι αν ζει για μήνες χωρίς ένα μήνυμα από τον αγαπημένο της κι όμως παλεύει, τον ίδιο αγώνα έκανε και η ηρωίδα μάνα και γυναίκα του ναυτικού εδώ στα νησιά. Φρόντιζε τα παιδιά της και ζούσε μήνες χωρίς καμιά επικοινωνία, ενώ πολλές φορές τα χρήματα που έστελνε ο σύζυγος δεν αρκούσαν και αναγκαζόταν να δουλεύει.
   Όπως η κόρη της ηρωίδας του βιβλίου ζούσε με τη νοσταλγία του πατέρα έτσι και το παιδί  του ναυτικού. Ένιωθε τον πατέρα  να λειτουργεί ως εικόνα αφηρημένη. Μια ιδέα, μια φωτογραφία στο τραπέζι, μια νυφική φωτογραφία στον τοίχο. Τα παιδιά ήξεραν ότι είναι ζωντανός κάπου στην θάλασσα και
προσεύχονταν για εκείνον. Γι αυτό και στις δυο περιπτώσεις της ξενιτιάς η μητέρα είναι φιγούρα ηρωική. Αυτή φροντίζει για τα πάντα. Μόνη στις αρρώστιες, στις δύσκολες ώρες, πατέρας και μητέρα μαζί αλλά δεν το βάζει κάτω. Προχωρά με το κεφάλι ψηλά. Ωραία, γενναία και υπερήφανη. Φιγούρα που κουβαλάμε όλοι. 
  Αν τα γλέντια με ούζο και ελιά, όπως περιγράφει γλαφυρά  η συγγραφέας με τα τραγούδια του βάρδου της ξενιτιάς Στέλιου Καζαντζίδη, που η πρωταγωνίστρια Αντωνία  πήρε μαζί της για να τ’ ακούει τις ώρες της μοναξιάς, ήταν μικρή σπίθα παρηγοριάς τραγουδώντας: ««Μανούλα θα φύγω μη κλάψεις για μένα… ποτέ το παιδί σου δεν είδε χαρά και φεύγει για πάντα στα ξένα…». … Ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν  αυτός ο οποίος εκτόνωνε το καημό του ναυτικού που όργωνε τις θάλασσες...   «νέοι και γέροι ναυτικοί της θάλασσας λιοντάρια/ σαν τα θεριά παλεύετε μες τα βαριά καράβια .. Στου καθενός το πρόσωπο είναι ζωγραφισμένη/ η νοσταλγία και ο καημός για την αγαπημένη / και για τη μάνα τη γλυκιά που πάντα περιμένει….
  Βίοι παράλληλοι, λοιπόν. Γιατί η ελπίδα του γυρισμού, είτε στις Φάμπρικες της Γερμανίας είτε στα καράβια του Ατλαντικού Ωκεανού έκαιγε σαν καντήλι αναμμένο στην ψυχή του ξενιτεμένου, δίνοντάς του δύναμη να παλεύει και να ξεπερνά όλα όσα του έτυχαν στο δρόμο της επιστροφής. Σαν τον Οδυσσέα μέχρι να δει «Καπνόν αποθρώσκοντα της Ιθάκης»: ακόμα και τον καπνό της πατρίδας του να δει από μακριά (κι ας πεθάνει).
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Διαβάζοντας την ιστορία της Έλενας είδα όλες αυτές τις ιστορίες να συγκεντρώνονται σε αυτό το βιβλίο, «Η οδυνηρή φυγή». Αποτυπώνει  μια εποχή σκληρή και γι’ αυτό πραγματική. Υπάρχουν κεφάλαια με εκφραστικές, συγκινητικές, γήινες και λιτές εικόνες  που δίνουν το μέτρο του ανθρώπινου μόχθου σε μια Ελλάδα που αλλάζει. Παρατηρώντας τα πρόσωπα των ανθρώπων, τον κόπο τους, τον αγώνα τους  αποκόμιζα την ολοζώντανη εικόνα μιας κοινωνίας σε μεταβατικό στάδιο.
  Η συγγραφέας στήνει ένα ρεαλιστικό στόρι με αληθινούς ήρωες και καταφέρνει από τις πρώτες κιόλας σελίδες να περάσει συναισθήματα που θα υπάρχουν πάντα. Φιλία, υπομονή, επιμονή, πίστη, ελπίδα, έρωτας, φόβος, ψυχολογική βία, ρατσισμός, πολιτικές αναταράξεις φανερώνονται  με εντιμότητα και χωρίς ταμπού.  
Η Έλενα Αρτζανίδου μεταδίδει με τρόπο μοναδικό ότι η μετανάστευση είναι για μια χώρα, ό,τι είναι η αιμορραγία για το ανθρώπινο σώμα. Η αφαίμαξη αυτή, που άρχισε στην πατρίδα μας στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν έγκειται τόσο στα ποσοτικά μεγέθη, όσο στο ότι αυτοί που ξενιτεύτηκαν ανήκαν, κυρίως, στα νιάτα, δηλαδή, στον ενεργό πληθυσμό της Ελλάδας. Ερήμωναν χωριά και έμεναν πίσω οι γέροντες με τα εγγόνια.
Καημός δυσβάσταχτος η ξενιτιά, έκανε πολλές ελληνικές οικογένειες από όλα, τα μέρη της Ελλάδας, κομμάτια. Μέγα παράπονο για τους γονιούς και, κυρίως, για τη μάνα, να χάνει το παιδί της.
  Παλαιότερα, το ταξίδι για μακρινά μέρη διαρκούσε πολύ, τα μέσα και οι τρόποι επικοινωνίας ήταν ελάχιστα, κι αυτό έκανε τον πόνο απερίγραπτο. Μόνο ένα γράμμα έφτανε κάπου – κάπου, κι αυτό αποτελούσε το μοναδικό σημείο επαφής με τα αγαπημένα πρόσωπα στην ξενιτιά, γι’ αυτό και ο ταχυδρόμος έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ελληνική περιφέρεια.
   Γονείς δεν γνώρισαν τις συζύγους των παιδιών τους, ούτε αγκάλιασαν ποτέ τα εγγόνια τους. Αδέλφια, μέχρι και σήμερα, έχουν να ανταμώσουν 40 ή και 50 χρόνια. Πολλοί από τους ξενιτεμένους δεν γύρισαν ποτέ και θάφτηκαν σε ξένο χώμα καθώς η ξενιτιά, σαν άλλη Κίρκη, τους κράτησε, για πάντα, κοντά της.
  Το Βιβλίο «Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή» είναι το καλό γράφημα που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Καλοδομημένο και ενδιαφέρον, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Με λόγο λιτό, μεστό, χωρίς υπερβολικά  στολίδια και λογοτεχνικές εξάρσεις. Με αμεσότητα και ειλικρίνεια, χωρίς πολυλογία, είναι η μετουσίωση που απαιτεί τις επιστροφές της. Την αναπαράστασή της. Μήπως, άλλωστε, για την Έλενα αυτά δεν είναι το χώμα που πατάει; 
  Αξίζει να το διαβάσετε  για δυο λόγους. Γιατί πρόκειται για μια εμπειρία κοινή, που επαναλαμβάνεται απίστευτα στην εποχή μας και αφορά  όλους εκείνους τους νέους που, αφήνοντας πίσω τους τη πατρίδα, αναγκάστηκαν να ξαναμάθουν να συλλαβίζουν τον κόσμο, ξεριζωμένοι. Και γιατί αξίζει να απολαύσετε το πόνημα  μιας εξαιρετικής συγγραφέα  που η επαγγελματική της πορεία, η τριβή με την επικαιρότητα και η δημιουργική της φαντασία την έχει καταξιώσει σε έναν δύσκολο και απαιτητικό χώρο.
   Κλείνοντας εύχομαι από καρδιάς στην Έλενα Αρτζανίδου, το βιβλίο της να συνεχίσει να ‘ναι καλοτάξιδο και να συνεχίσει να ανοίγεται  στη θαυμάσια περιπέτεια της γραφής.  Είναι βέβαιο ότι αυτή η  ιδιαίτερη σχέση της  με το λόγο, που απλώνει έξω από τα όρια του «ιδιωτικού», ολοένα  και περισσότερο θα γίνεται ανοιχτή, ευρύχωρη και χρήσιμη για μας τους μεγάλους και τόσο ονειρική για τα παιδιά. 



Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

"90 χρόνια Σμύρνη" στο Θέατρο Απόλλων στην Ερμούπολη Σύρου.


29 Αυγούστου 2012 στο Θέατρο Απόλλων στην Ερμούπολη της Σύρου, σε αυτό το στολίδι της Ελλάδας,ο Σύλλογος Μικρασιατών Ερμούπολης οργάνωσε μια βραδιά μνήμης για τη Σμύρνη, με το έργο του Α.Κουγιουμτζή και Πυθαγόρα.
 Οι αλησμόνητες πατρίδες είναι στην καρδιά κάθε Έλληνα που ξέρει να αγαπά,να θυμάται,να πονά,να αισθάνεται,να ελπίζει στο μέλλον.Σε αυτή τη μοναδική,συγκινητική ,άρτια θεατρικομουσική βραδιά είχα την τιμή και χαρά να παραβρεθώ. Τα συναισθήματα που φιλώ μέσα μου για τις αλησμόνητες πατρίδες μόνο άσβεστη μνήμη μου γεννούν για όλους αυτούς που είτε άφησαν εκεί τα κόκαλά τους είτε διώχτηκαν βίαια και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς με πόνο και μόνιμη νοσταλγία μέχρι το τέλος της ζωής τους για την πατρίδα που άφησαν δίχως κανείς να τους ρωτήσει.
 "Τα παλικάρια από το Αϊβαλί" μαζί με το "Τι να θυμηθώ,τι να ξεχάσω", προκάλεσαν την έκρηξη και τα δάκρυα μούσκεψαν το πρόσωπο, όταν το κείμενο από τον εγγονό του κ.Βόικου, ακούστηκε "Ποια είναι η δική μου Σμύρνη".
 Η σκηνοθεσία του Γιάννη Δεσύπρη, μαζί με όλους τους συντελεστές ήταν εξαιρετική.
 Μουσικοί,τραγουδιστές και ηθοποιοί προκάλεσαν το χειροκρότημα και τα βωβά δάκρυα της κατάμεστης αίθουσας.

http://youtu.be/bXi2SvJkT2o