Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Σκοτάδι στο τούνελ,Έλενα Αρτζανίδου-Εντευκτήριο Μάρτιος 2007.


Το Διήγημα «Σκοτάδι στο τούνελ», δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο αριθ.76,Μάρτιος 2007
Την ίδια περίοδο δούλευα το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή",μόνο που με πήρε τρία χρόνια.

Σκοτάδι στο τούνελ.
Φτάνω στο Σιδηροδρομικό σταθμό νωρίς το πρωί. Με το σακίδιο στον ώμο προχωρώ προς το εκδοτήριο εισιτηρίων. Μπροστά μου υπάρχουν αρκετοί ταξιδιώτες  που περιμένουν στη σειρά. Βγάζω ένα στριφτό και το ανάβω. Ρουφώ τον καπνό με πείσμα και πνίγομαι στο ποτήρι της θλίψης μου.
« Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματά, γαμώτο μου;
 Γιατί αυτή; Γιατί δεν πρόσεξε το καταραμένο ταξί; Και αυτό πως δεν την είδε; Γιατί προσπέρασες πανάθεμά σε και μάλιστα τρέχοντας δαιμονισμένα. Ολόκληρη γυναίκα δεν την είδες; Δεν μπόρεσες να αντιδράσεις; Την πέταξες σαν σακί, έτσι μου είπε ο περιπτεράς: « Κωστή μου, τη σήκωσε ψηλά και την άδειασε στα πενήντα μέτρα».
Γυναίκα της δύναμης, ψηλή, πάει, αυτό ήταν ως εδώ. Παναγιά μου, πως το επέτρεψες; Θα τρελαθώ. Θα σαλέψω και θα…
« Παρακαλώ, πού πηγαίνετε;»
« Πέρα από τα σκοτάδια και μέσα στη χοάνη του βουνού, εκεί πηγαίνω».
«Δεν άκουσα; Απλό ή με επιστροφή; Και επιτέλους, ποιος είναι ο προορισμός σας;»
 Επιστροφή; Όχι. Ποιος να με περιμένει και γιατί; Ο πατέρας, αυτός  που μας παράτησε κοντά τρία χρόνια τώρα; Ο πνιγμένος στο αλκοόλ, που μας βαρέθηκε και προτίμησε να ζήσει όπως γούσταρε μέσα στα μπαρ; Ο ανύπαρκτος, που από προχθές εμφανίστηκε στο τσαρδί του συντετριμμένος να μαζέψει τα γονίδιά του; Να στηρίξει τα παιδιά του;
« Τελικά θα μου πείτε σε ποια πόλη θα κατέβετε; Περιμένει κόσμος και το τρένο αναχωρεί σε πέντε λεπτά».
 Στην πύρινη κόλαση θα κατέβω, μόνο που και εκεί, με αυτή τη μούρη και τη μαυρίλα, αμφιβάλλω αν θα γίνω δεκτός. Κανείς από σήμερα δεν πρόκειται να με αγκαλιάσει. Όχι όχι, πίσω δε γυρίζω…
« Για Αθήνα, μισό και σας είπα δίχως επιστροφή».
 Επιστροφή. Η τελευταία λέξη που βγήκε από τα μοναδικά της χείλη. Να δεις που πάνω μου το’πε; Ναι, ήταν τον προηγούμενο μήνα που ήμουν σε άδεια. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να φύγω για τη μετάθεση στο ακριτικό νησί με έκλεισε στην αγκαλιάς της, μου χάρισε μυρωδάτο φιλί και καθώς τα μάτια της συνάντησαν τα δικά μου την άκουσα να μου λέει:
« Στο καλό, Κωστή μου, και να μου προσέχεις. Να είσαι καλός με τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις και σαν επιστρέψεις με το καλό, να δεις που οι δυο μας θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τη ζωή όλων μας».
« Ορίστε, το εισιτήριό σας μόνο βιαστείτε. Το τρένο βρίσκετε στην αποβάθρα αριθμός τρία».
Σύμπτωση ή μοίρα, να μη με αποχαιρετάει κανείς. Δε με πείραξε τότε που δεν ήρθες, έπρεπε να είσαι στη δουλειά σου, όμως τώρα που δε σε έχω κοντά μου νιώθω μια μαχαιρά να με ξεσκίζει, να με πονάει και να αιμορραγώ. Δυστυχώς, δεν είσαι εδώ γιατί με παράτησες οριστικά.
 Βαγόνι αριθμός πέντε, θέση δέκα τρία, καπνίζοντες. Μάλιστα και τώρα φυγή με το μουντζούρη.
« Φαντάρος; Και εγώ. Πηγαίνω να παρουσιαστώ στην Αυλώνα. Εσύ για πού κατηφορίζεις; Πέρα από το αυλάκι;»
« Σύμη, μετράω μέρες να απολυθώ».
« Κατά που πέφτει; Περνάει από εκεί το τρένο;»
« Δωδεκάνησα. Θα πάρω πλοίο από τον Πειραιά, όμως κόφτο τώρα μικρέ, δεν είμαι και στην καλύτερή μου φάση».
Εσύ μου έλειπες τώρα γκάβακα. Σε άλλες εποχές, στραβάδι, θα σου έλεγα το ποίημα, έλα όμως που σε λυπάμαι. Πολίτης, αγόρι μου,  μεγάλη μαγκιά. Πολίτης και σε ενενήντα παρά μία μέρες. Τι ειρωνεία! Μέχρι προχθές, αδημονούσα να περάσουν, χαιρόμουν που θα άρχιζα μια καινούργια ζωή. Όνειρα όνειρα… Να, που όλα ήρθαν τούμπα και είμαι χαμένος και πνιγμένος στη χολή. Μέρες πριν ήμουν ανακουφισμένος και έλεγα πάνε τα δράματα και οι καυγάδες. Θα γυρίσω και θα είμαστε όλοι μαζί καλά. Ανακουφίστηκα όταν ο γέρος τα μάζεψε και τότε σε είδα να γλυκαίνεις, να τραγουδάς και πάλι, όταν έφτανες κομμάτια από τη δουλειά, αδιαφορώντας για τα πόσα σε περίμεναν στο σπίτι και πολύ περισσότερο πόσοι περίμεναν από εσένα.
« Μόλις, Κωστή μου, απολυθείς θα ανοίξεις το μηχανουργείο θα σε βοηθήσω και εγώ με κάτι λεφτά που περίσσεψα. Μαζί θα τα βολέψουμε, μέχρι να τελειώσει και ο Πέτρος το σχολείο και αν πάει παρακάτω καλώς αλλιώς φαντάρος και μετά μαζί σου. Όμως, παλικάρι μου, για τη μικρή έχω όνειρα και σου λέω δεν πρόκειται να αφήσουμε να της λείψει τίποτε».
 Τίποτε είπες μάνα, και όμως πρώτη εσύ πάτησες το λόγο σου. Υποσχέσεις και ελπίδες που δεν τήρησες. Και τώρα τι πρέπει να κάνω που είμαι μόνος; Τι να της πω και τι να εξηγήσω, μάνα μου λες; Ξημέρωμα, λίγο πριν φύγω, πετάχτηκε όρθια, με αγκάλιασε, μου έσφιξε το λαιμό και φώναξε: «Μη με παρατάς μόνη. Κωστή, που με αφήνεις;»
 Και εγώ, χάιδεψα τα σγουρά σαν καρούλια μαλλιά της, της φίλησα το μέτωπο όπως έκανες και εσύ και της ψιθύρισα  πως δε θα είναι μόνη, θα έχει κοντά το μπαμπά, τον Πέτρο, και σύντομα θα είμαι και εγώ μαζί τους. Θα είμαστε και πάλι… Εδώ δαγκώθηκα και δε συνέχισα. Όλοι μαζί, ήθελα να της πω, αλλά ψέματα, ποτέ δε θα’μαστε μαζί όπως και ποτέ δεν υπήρξαμε.
« Λοχαγέ, μου σώθηκαν τα τσιγάρα και από ότι βλέπω εσύ φουμάρεις στριφτό. Κρίμα, καρντάσι, και δεν τα γουστάρω. Χρειάζεσαι κάτι; Θα πάω στο κυλικείο».
 Πολύ σοφά θα κάνεις άλλωστε μου αρέσει να τα στρίβω και αυτό θα κάνω αμέσως τώρα. Θα καπνίσω και θα μαυρίσω μέχρι να ξεχάσω. Κοίτα να δεις, το άτιμο, μια τζούρα και με έστειλε, το ευλογημένο. Γιατρικό είναι μάνα και ας μουρμούριζες από πάνω μου. « Φτάνει βρε αγόρι μου. Κόψτο το πικρολουσμένο. Πήγες πήγες, σε εκείνον τον πατέρα σου, το θολωμένο στον καπνό έμοιασες. Ας είναι, τουλάχιστον περιόρισέ το, βρε ψυχή μου».
Άκουσε με μάνα, σου υπόσχομαι από σήμερα να το διπλασιάσω και πολύ περισσότερο, μόλις φτάσω στο νησί, να του δώσω να καταλάβει. Σου ορκίζομαι μάνα, μόλις πατήσω το πόδι μου στο λιμάνι να παρουσιαστώ στο Διοικητή. Θα ζητήσω, μάνα, να με βάλει στο νούμερο δύο- τέσσερις για όλες τις μέρες που μου απομένουν. Ξέρω, δε θα μου αρνηθεί και εγώ τότε μόλις το κορμί μου βρεθεί ανάμεσα στο βράχο και τα αστέρια, την ώρα της σκοπιάς, τότε θα σου μιλώ και θα φουμάρω το ένα πίσω από τ’άλλο, για να με βλέπεις από ψηλά μαζί και τον καπνό. Είμαι βέβαιος, μαμά, πως θα θελήσεις να κατέβεις, για να με μαλώσεις, όμως δε θα μπορείς και εγώ πια δε θα προσέχω ούτε την υγεία μου ούτε και τις παρέες μου και επιτέλους δε θα σε έχω μέσα στο αυτί να μου φωνάζεις: «Πρόσεχε, Κωστή, πρόσεχε».
Εσύ που όλα τα ζύγιζες και για όλα είχες άποψη, μου λες γιατί δεν πρόσεξες; Πώς πέρασες μπροστά  από το λεωφορείο δίχως να κοιτάξεις; Απάντησε μου. Τον Πέτρο; Τη μικρή;  Ποιος θα τους προσέξει, μου λες; Και εμένα; Εμένα με σκέφτηκες; Ποιος θα με παρηγορεί και θα με ανεβάζει στις μαύρες μου; Μόνος τώρα, μου λες, πως θα προχωρήσω; Μαμά, η ανάσα μου σώνεται. Μαμά πνίγομαι. Γλυκιά μου, τα μάτια μου καίνε. Μητέρα, νιώθω κουρασμένος. Θέλω να πέσω κάτω να κουλουριαστώ. Να, τώρα που είναι σκοτεινά, είναι η ευκαιρία. Τώρα, που περνάμε μέσα από τα τούνελ θα ξαπλώσω, και εσύ, μαμά, έλα κοντά μου, μη φοβάσαι, δε θα αφήσω κανέναν να σε πατήσει. Θα βάλω το σώμα μου για ασπίδα. Τρεις ώρες μείνανε, μάνα, μέχρι την Αθήνα, μην το σκέφτεσαι και σίμωσε, μετά έχεις το λόγο μου, θα σε αφήσω για πάντα. Έλα, μη σε φοβίζει που το βαγόνι είναι πνιγμένο στον καπνό και στις ανάσες, εδώ χάμω θα είναι σαν να’μαστε στο σπίτι μας. Κοίτα, ξάπλωσα και αδιαφορώ που με κοιτούν. Κυλιέμαι,  μάνα. Μαμά, που πήγες;
Σκοτάδι. Μπήκαμε και πάλι σε τούνελ, όταν θα βγούμε ξέρω πως θα είσαι εδώ σιμά μου. Υποσχέσου μου, αλλιώς μάνα, θα κλάψω μπροστά σε όλους. Μάνα! Φως. Πάει, έμεινε πίσω το τούνελ. Μάνα, είσαι εσύ; Μάνααα…




Πέμπτη 30/8/2012,στη Δημοτική βιβλιοθήκη της
Ερμούπολης και ώρα 8:00μ.μ,η Λίτσα Χαραλάμπους, παρουσιάζει μαζί με τη συγγραφέα Έλενα Αρτζανίδου το βιβλίο της "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή"Manuς Scripta.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου