Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η Λίτσα Χαραλάμπους, έγραψε για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου ««Γκασταρμπάιτερ- Η οδυνηρή φυγή» της  Έλενας Αρτζανίδου
 Εκδόσεις «Manus Scripta»
Λίτσα Χαραλάμπους:Δημοσιογράφος-  Εκδότρια Εφημερίδας «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ».
                                   Ερμούπολη,30/8/2012               
                                                         
Την λέξη «γκασταρμπάιτερ» την άκουσα για πρώτη φορά πριν μερικά χρόνια παρακολουθώντας μια εκπομπή της ΕΤ 3 αφιερωμένη στον απόδημο ελληνισμό. Ανέτρεξα σε πηγές  για να πληροφορηθώ ότι «γκασταρμπάιτερ» λέγονται οι προσκεκλημένοι- φιλοξενούμενοι εργάτες. Αυτοί που έφυγαν από την Ελλάδα στο πλαίσιο  της «Σύμβασης Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις» που υπεγράφη  στις 30 Μαρτίου του 1960. Έτσι  αυτοί οι γκασταρμπάιτερ έφυγαν επισήμως να δουλέψουν στην τότε Δυτική Γερμανία σε αυτοκινητοβιομηχανίες, χυτήρια, εργοστάσια πορσελάνης και φαρμάκων. Δηλαδή στη βαριά βιομηχανία.  Η συμφωνία αυτή κράτησε για δεκαπέντε κυρίως χρόνια, μέχρι το 1975. Αυτό ήταν το ξεκίνημα της πιο έντονης μετανάστευσης των Ελλήνων, που βιώθηκε όσο καμία άλλη. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της.
Έτσι, η υπογραφή της Ελληνογερμανικής Σύμβασης, αποτέλεσε μία «μεγάλη ευκαιρία» για χιλιάδες Έλληνες. Τότε,  το 90% των  Ελλήνων  από τη Βόρειο Ελλάδα έφευγε για να δουλέψει στις φάμπρικες της Γερμανίας. Έπαιρνε το δρόμο της ξενιτιάς κυνηγώντας το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
  Η λέξη «Γκασταρμπάιτερ» ακόμη και σήμερα πληγώνει ως λέξη υποτιμητική που παραπέμπει σε σκηνές  από το σκλαβοπάζαρο στην Αφρική, όπου στέκονται οι σκλάβοι στη σειρά και έρχονται τα αφεντικά, τους εξετάζουν και λένε: «Θα πάρω αυτόν και αυτόν». Δανείζομαι από την εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» την αφιερωμένη στους Γκασταρμπάιτερ,  το ρεπορτάζ που καταγράφει ότι τότε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε δηλώσει ότι «Η μετανάστευση είναι ευλογία Θεού δια τον τόπο». Έτσι άρχισε η μεγάλη έξοδος με 400.000 «τεμάχια» εργάτες όπως τους χαρακτήριζαν οι Γερμανοί εργοδότες.
 Διαβάζοντας το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου, εικόνες σαν από ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία πέρασαν από το μυαλό μου και βούρκωσα πολλές φορές.  Αθέλητα κι αυθόρμητα σταματούσα  κάνοντας συγκρίσεις της Βόρειας και Ηπειρωτικής Ελλάδας με τη Νησιωτική, τη δεκαετία του ‘60. 
  Στην οικογένειά μου βίωσα και τις δυο πλευρές. Η αδελφή μου μετανάστευσε στη Γερμανία ακολουθώντας τον δάσκαλο σύζυγό της, ο οποίος δίδασκε τα ελληνόπουλα του Νταχάου στη Γερμανία. Από τα τρία παιδιά της το ένα τελείωσε Γερμανική Φιλολογία.
Ο αδελφός μου μπάρκαρε στα καράβια χωρίς να του αρέσει  η δουλειά του ναυτικού.
  Η ξενιτιά είναι παντού η ίδια. Όπως και η φτώχια και η ανεργία που φέρνει την απόγνωση. Η εικόνα των γυναικών με τη βαλίτσα στο χέρι στο σταθμό του τρένου  που χαιρετούσαν τους άνδρες τους, αφήνοντας πίσω τα παιδιά τους -αφού οι Γερμανοί προτιμούσαν γυναίκες  στις φάμπρικες της κλωστοϋφαντουργίας καθώς τα χέρια τους ήταν πιο λεπτά και επιδέξια απ’ αυτά των ανδρών- ήταν η ίδια με την εικόνα των ανδρών εδώ στα νησιά. Των ανδρών, που με τη βαλίτσα στο χέρι, στο λιμάνι χαιρετούσαν γυναίκες και παιδιά για να μπαρκάρουν σε σαπιοκάραβα, χωρίς να ξέρουν πότε και αν θα γυρίσουν πίσω.   
  Κι αν στα γραφεία  Μεταναστεύσεως στη Βόρεια Ελλάδα ή την Ήπειρο οι ουρές ήταν ατελείωτες, προκειμένου να τους «εγκρίνουν»  για μετανάστευση στη Γερμανία, τις ίδιες ουρές σχημάτιζαν και οι νησιώτες στην Ακτή Μιαούλη  στον Πειραιά, έξω από τις ναυτιλιακές εταιρείες, για να βρουν μια οποιαδήποτε θέση στα εμπορικά πλοία.
  Πανομοιότυπες ήταν οι τραγικές σκηνές του αποχωρισμού με τα ανδρόγυνα να χωρίζουν και τα παιδιά να μένουν πίσω. Κι όπως οι μετανάστες δεν γνώριζαν τι θα συναντήσουν στο νέο τόπο, το ίδιο και οι ναυτικοί που πήγαιναν στη θάλασσα αφού δεν είχαν άλλη επιλογή για να ζήσουν. Κι ήταν παιδιά 17 χρόνων αυτά που μπάρκαραν και φορτώνονταν στην πλάτη το βάρος  επιβίωσης μιας οικογένειας.   Κινδύνευε η ζωή τους, γιατί στα πλοία τότε οι συνθήκες ναυσιπλοΐας ήταν απλά δραματικές και δεν ήταν λίγες οι φορές που το μαντάτο του ναυαγίου ή ο θάνατος του ναυτικού σε πλοίο έντυνε στα μαύρα όλο το νησί.  
  Είναι αλήθεια. Εμείς εδώ στα νησιά  δεν γνωρίζουμε  τι είναι οι «γκασταρμπάιτερ».  Όμως γνωρίζουμε τι θα πει ξενιτιά. Διόλου τυχαίο ότι το 1960 ιδρύθηκε στη Σύρο η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού. Αυτή που θα φιλοξενούσε τους αυριανούς  πλοιάρχους, ενώ λειτουργούσε και Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού. Γιατί δεν υπήρχε άλλος δρόμος για το νησί. Αρκεί να σας πω ότι ο συνολικός αριθμός των εν ενεργεία ελλήνων ναυτικών στην Ελλάδα τη δεκαετία 1960-1970 ήταν περίπου 65.000.
 Η ξενιτιά  είναι πόνος αβάσταχτος  και όλοι κουβαλάμε τέτοια βιώματα που παρουσιάζονται στο βιβλίο. 
Αν η πρωταγωνίστρια μετανάστρια αγωνίζεται μόνη για την φροντίδα κι εκπαίδευση του παιδιού της, κι αν ζει για μήνες χωρίς ένα μήνυμα από τον αγαπημένο της κι όμως παλεύει, τον ίδιο αγώνα έκανε και η ηρωίδα μάνα και γυναίκα του ναυτικού εδώ στα νησιά. Φρόντιζε τα παιδιά της και ζούσε μήνες χωρίς καμιά επικοινωνία, ενώ πολλές φορές τα χρήματα που έστελνε ο σύζυγος δεν αρκούσαν και αναγκαζόταν να δουλεύει.
   Όπως η κόρη της ηρωίδας του βιβλίου ζούσε με τη νοσταλγία του πατέρα έτσι και το παιδί  του ναυτικού. Ένιωθε τον πατέρα  να λειτουργεί ως εικόνα αφηρημένη. Μια ιδέα, μια φωτογραφία στο τραπέζι, μια νυφική φωτογραφία στον τοίχο. Τα παιδιά ήξεραν ότι είναι ζωντανός κάπου στην θάλασσα και
προσεύχονταν για εκείνον. Γι αυτό και στις δυο περιπτώσεις της ξενιτιάς η μητέρα είναι φιγούρα ηρωική. Αυτή φροντίζει για τα πάντα. Μόνη στις αρρώστιες, στις δύσκολες ώρες, πατέρας και μητέρα μαζί αλλά δεν το βάζει κάτω. Προχωρά με το κεφάλι ψηλά. Ωραία, γενναία και υπερήφανη. Φιγούρα που κουβαλάμε όλοι. 
  Αν τα γλέντια με ούζο και ελιά, όπως περιγράφει γλαφυρά  η συγγραφέας με τα τραγούδια του βάρδου της ξενιτιάς Στέλιου Καζαντζίδη, που η πρωταγωνίστρια Αντωνία  πήρε μαζί της για να τ’ ακούει τις ώρες της μοναξιάς, ήταν μικρή σπίθα παρηγοριάς τραγουδώντας: ««Μανούλα θα φύγω μη κλάψεις για μένα… ποτέ το παιδί σου δεν είδε χαρά και φεύγει για πάντα στα ξένα…». … Ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν  αυτός ο οποίος εκτόνωνε το καημό του ναυτικού που όργωνε τις θάλασσες...   «νέοι και γέροι ναυτικοί της θάλασσας λιοντάρια/ σαν τα θεριά παλεύετε μες τα βαριά καράβια .. Στου καθενός το πρόσωπο είναι ζωγραφισμένη/ η νοσταλγία και ο καημός για την αγαπημένη / και για τη μάνα τη γλυκιά που πάντα περιμένει….
  Βίοι παράλληλοι, λοιπόν. Γιατί η ελπίδα του γυρισμού, είτε στις Φάμπρικες της Γερμανίας είτε στα καράβια του Ατλαντικού Ωκεανού έκαιγε σαν καντήλι αναμμένο στην ψυχή του ξενιτεμένου, δίνοντάς του δύναμη να παλεύει και να ξεπερνά όλα όσα του έτυχαν στο δρόμο της επιστροφής. Σαν τον Οδυσσέα μέχρι να δει «Καπνόν αποθρώσκοντα της Ιθάκης»: ακόμα και τον καπνό της πατρίδας του να δει από μακριά (κι ας πεθάνει).
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Διαβάζοντας την ιστορία της Έλενας είδα όλες αυτές τις ιστορίες να συγκεντρώνονται σε αυτό το βιβλίο, «Η οδυνηρή φυγή». Αποτυπώνει  μια εποχή σκληρή και γι’ αυτό πραγματική. Υπάρχουν κεφάλαια με εκφραστικές, συγκινητικές, γήινες και λιτές εικόνες  που δίνουν το μέτρο του ανθρώπινου μόχθου σε μια Ελλάδα που αλλάζει. Παρατηρώντας τα πρόσωπα των ανθρώπων, τον κόπο τους, τον αγώνα τους  αποκόμιζα την ολοζώντανη εικόνα μιας κοινωνίας σε μεταβατικό στάδιο.
  Η συγγραφέας στήνει ένα ρεαλιστικό στόρι με αληθινούς ήρωες και καταφέρνει από τις πρώτες κιόλας σελίδες να περάσει συναισθήματα που θα υπάρχουν πάντα. Φιλία, υπομονή, επιμονή, πίστη, ελπίδα, έρωτας, φόβος, ψυχολογική βία, ρατσισμός, πολιτικές αναταράξεις φανερώνονται  με εντιμότητα και χωρίς ταμπού.  
Η Έλενα Αρτζανίδου μεταδίδει με τρόπο μοναδικό ότι η μετανάστευση είναι για μια χώρα, ό,τι είναι η αιμορραγία για το ανθρώπινο σώμα. Η αφαίμαξη αυτή, που άρχισε στην πατρίδα μας στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν έγκειται τόσο στα ποσοτικά μεγέθη, όσο στο ότι αυτοί που ξενιτεύτηκαν ανήκαν, κυρίως, στα νιάτα, δηλαδή, στον ενεργό πληθυσμό της Ελλάδας. Ερήμωναν χωριά και έμεναν πίσω οι γέροντες με τα εγγόνια.
Καημός δυσβάσταχτος η ξενιτιά, έκανε πολλές ελληνικές οικογένειες από όλα, τα μέρη της Ελλάδας, κομμάτια. Μέγα παράπονο για τους γονιούς και, κυρίως, για τη μάνα, να χάνει το παιδί της.
  Παλαιότερα, το ταξίδι για μακρινά μέρη διαρκούσε πολύ, τα μέσα και οι τρόποι επικοινωνίας ήταν ελάχιστα, κι αυτό έκανε τον πόνο απερίγραπτο. Μόνο ένα γράμμα έφτανε κάπου – κάπου, κι αυτό αποτελούσε το μοναδικό σημείο επαφής με τα αγαπημένα πρόσωπα στην ξενιτιά, γι’ αυτό και ο ταχυδρόμος έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ελληνική περιφέρεια.
   Γονείς δεν γνώρισαν τις συζύγους των παιδιών τους, ούτε αγκάλιασαν ποτέ τα εγγόνια τους. Αδέλφια, μέχρι και σήμερα, έχουν να ανταμώσουν 40 ή και 50 χρόνια. Πολλοί από τους ξενιτεμένους δεν γύρισαν ποτέ και θάφτηκαν σε ξένο χώμα καθώς η ξενιτιά, σαν άλλη Κίρκη, τους κράτησε, για πάντα, κοντά της.
  Το Βιβλίο «Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή» είναι το καλό γράφημα που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Καλοδομημένο και ενδιαφέρον, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Με λόγο λιτό, μεστό, χωρίς υπερβολικά  στολίδια και λογοτεχνικές εξάρσεις. Με αμεσότητα και ειλικρίνεια, χωρίς πολυλογία, είναι η μετουσίωση που απαιτεί τις επιστροφές της. Την αναπαράστασή της. Μήπως, άλλωστε, για την Έλενα αυτά δεν είναι το χώμα που πατάει; 
  Αξίζει να το διαβάσετε  για δυο λόγους. Γιατί πρόκειται για μια εμπειρία κοινή, που επαναλαμβάνεται απίστευτα στην εποχή μας και αφορά  όλους εκείνους τους νέους που, αφήνοντας πίσω τους τη πατρίδα, αναγκάστηκαν να ξαναμάθουν να συλλαβίζουν τον κόσμο, ξεριζωμένοι. Και γιατί αξίζει να απολαύσετε το πόνημα  μιας εξαιρετικής συγγραφέα  που η επαγγελματική της πορεία, η τριβή με την επικαιρότητα και η δημιουργική της φαντασία την έχει καταξιώσει σε έναν δύσκολο και απαιτητικό χώρο.
   Κλείνοντας εύχομαι από καρδιάς στην Έλενα Αρτζανίδου, το βιβλίο της να συνεχίσει να ‘ναι καλοτάξιδο και να συνεχίσει να ανοίγεται  στη θαυμάσια περιπέτεια της γραφής.  Είναι βέβαιο ότι αυτή η  ιδιαίτερη σχέση της  με το λόγο, που απλώνει έξω από τα όρια του «ιδιωτικού», ολοένα  και περισσότερο θα γίνεται ανοιχτή, ευρύχωρη και χρήσιμη για μας τους μεγάλους και τόσο ονειρική για τα παιδιά. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου