Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρακίτσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρακίτσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Ημερίδα λογοτεχνίας,στη Θεσσαλονίκη από εκδόσεις Ψυχογιός!


Οι εκδόσεις Ψυχογιός προσκαλούν τους εκπαιδευτικούς προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας,στην ημερίδα 
" Η λογοτεχνία στο σχολείο ",
με τους Ανδρέα Καρακίτσιο, θεωρητική προσέγγιση 

και Έλενα Αρτζανίδου, πρακτική φιλαναγνωστική προσέγγιση των βιβλίων, σε βιβλία παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, με πλούσια θεματολογία από Έλληνες και ξένους συγγραφείς. 
Σάββατο 27/1,ώρες 10.00-14.00μ.μ στο Porto Palace,26ης Οκτωβρίου 65, Λιμάνι, Θεσσαλονίκης. 


ΔΗΛΩΣΤΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ:
Τηλεφωνική δήλωση στο τηλέφωνο: 2102804854 Άντζυ Μυλωνοπούλου και email: angie.milonopoulou@psichogios.gr

Η ημερίδα είναι δωρεάν με πολλές προσφορές των εκδόσεων Ψυχογιός( βεβαίωση συμμετοχής, ψηφιακό υλικό και επιλεγμένα βιβλία των εκδόσεων).

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

O Αντρέας Καρακίτσιος, καθηγητής Λογοτεχνίας στην Παιδαγωγική Σχολή ΑΠΘ, γράφει για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Αντρέας Καρακίτσιος Καθηγητής Λογοτεχνίας ΑΠΘ
Η Έλενα Αρτζανίδου είναι μια καθιερωμένη και καταξιωμένη συγγραφέας στο χώρο της παιδικής πεζογραφίας. Το μαρτυρούν τα 35 και πλέον βιβλία της που κυκλοφορούν εδώ και μερικά χρόνια. Το μυθιστόρημά της με τον ερεθιστικό τίτλο, Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή και με τον υπαινικτικό υπότιτλο Αληθινή ιστορία και με το ελκυστικό εξώφυλλο ( γάντι με τον υπότιτλο) υποθέτω ότι αποτελεί ένα σκαλοπάτι /τομή στη συγγραφική της πορεία.
Μια εντελώς απροσδόκητη προσέγγιση (ανάγνωση) του μυθιστορήματος και παράλληλα ένας κριτικός σχολιασμός θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη φωτογραφία του εξωφύλλου, η οποία, όπως και ο  τίτλος «σημαίνει» και νοηματοδοτεί πολλαπλώς . Να σκεφτούμε δηλαδή τι νοηματοδοτήσεις και σημασίες θα προκαλέσει στον έντιμο και υποψιασμένο αναγνώστη αυτή η φωτογραφία. Να προχωρήσουμε σε μια σημειολογία των στάσεων και κινήσεων του σώματος, του βλέμματος των τριών ανδρών στη φωτογραφία και να σηματοδοτήσουμε τη φωτογραφία ως κλειδί ανάγνωσης του μυθιστορήματος.
Η φωτογραφία των τριών ανδρών στο εξώφυλλο του μυθιστορήματος είναι μια φωτογραφία, σαφώς ερασιτεχνική, τραβηγμένη στο κανονικό φως της ημέρας. Φαίνεται ότι ο φωτογράφος εστιάζει στα σώματα και στα πρόσωπα των ανθρώπων και αδιαφορεί παντελώς για τον περίγυρο. Κοιτώντας από αριστερά απεικονίζεται ένας μεσήλικας και μεγαλύτερος των άλλων δυο. Στη μέση ίσως ο πιο νεότερος της παρέας με περισσότερη αδημονία στο πρόσωπό του, με βλέμμα ευθύ και άμεσο κατάφατσα στο φακό. Δίπλα του στέκεται ο τρίτος της παρέας με βλέμμα να κλίνει προς το μέσον της φωτογραφίας, θα έλεγα πλάγιο και διαγώνιο.
Η μεγάλη διαφορά των τριών ανδρών εστιάζεται στο στήσιμο των χεριών. Η εστίαση εκεί δικαιολογείται και από τη σημαντικότητά τους, εφόσον τα χέρια είναι το πλέον ουσιαστικό εργαλείο για τους έλληνες μετανάστες στη Γερμανία. Τα χέρια του μεσήλικα αριστερά, αφημένα κάτω παραπέμπουν σε σήματα παραίτησης ή και σε  συμβιβασμούς  ωριμότητας. Τα χέρια κάτω είναι μια θέση χεριών πολύ κοντά στο κλασικό και τυπικό στυλ, που θυμίζει στάση προσοχής , άρα υποταγής. Αντίθετα τα χέρια του νεαρού στο μέσον της φωτογραφίας έχουν άλλο στυλ περισσότερο συμβατό θαρρεί ς με το νεαρόν της ηλικίας και με το αποφασιστικό και ευθύ βλέμμα του. Και τα δυο του χέρια στηρίζονται στη μέση και προσλαμβάνονται έτσι ως κίνηση αποφασιστικότητας, ετοιμότητας και αναμονής. Τέλος,  ο τρίτος άνδρας φωτογραφίζεται  με τα χέρια πίσω, έτοιμος ή λίγο πριν από την έκρηξη; Μάλλον όχι, αντίθετα δείχνει και με το βλέμμα του κατά τι περισσότερο σίγουρος για τον εαυτό του.
Βέβαια το καθοριστικό ερώτημα είναι ποιός είναι ποιός στη φωτογραφία. Να πω πως  μάλλον ο μεσαίος και ο ευρισκόμενος στο δεξί άκρο συνταιριάζουν περισσότερο με τον ήρωα που εγγράφεται ως το κεντρικό αρσενικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα. Να προσθέσω όμως κάτι. Και τα τρία πρόσωπα έχουν ένα ξεχωριστό τρόπο να αντικρίζουν το φακό από αμήχανα βλέμματα έως συγκρατημένα μειδιάματα. Ένα σφιγμένο χαμόγελο του μεσήλικα αριστερά που εναντιώνεται λες στη σκληρή πραγματικότητα που διήλθε αλλά φοβάται ότι  θα επαναλαμβάνεται και που δεν ξεγελιέται πια, τα  έχει δει όλα. Ο δεύτερος άνδρας στην άκρη της φωτογραφίας, με αρχόμενη φαλάκρα και πιο συμβατικό στήσιμο και ντύσιμο έχει καθαρό χαμόγελο ή μάλλον  χαμόγελο πείσμα. Να πω ότι διακρίνω επίσης μια χροιά μελαγχολίας στο αχνό και ελάχιστα διαγραφόμενοι χαμόγελο; Μπορεί και ναι. Αντίθετα στο μεσαίο και πιο νεαρό άνδρα της φωτογραφίας όλα τα σημαινόμενα των  κινήσεων χεριών και σώματος είναι καθαρά και αποφασιστικά.
Το μυθιστόρημα με αυτά τα στοιχεία, δηλαδή τίτλο, υπότιτλο και εξώφυλλο, ήδη γεννάει προσδοκίες και ερωτήματα. Πώς επεξεργάζεται και διαπραγματεύεται το φαινόμενο της μετανάστευσης ένας συγγραφέας που γεννήθηκε ακριβώς στην κορύφωσή του, δηλαδή στη δεκαετία του ‘60; Πώς εξηγείται αυτή η επιστροφή / επιλογή στο θέμα της Μετανάστευσης σήμερα μετά από μια 20ετία, όπου το θέμα πιάνεται αντίστροφα; Γιατί, εδώ κα μια εικοσαετία τουλάχιστον η μυθιστορηματική γραφή σχολιάζει  τη μετανάστευση των «άλλων» που έρχονται στη χώρα μας και όχι των «δικών» μας που φεύγουν. Πώς είναι δυνατόν να αντιληφτεί ένας σύγχρονος αναγνώστης το οδυνηρό φορτίο μνήμης ,το οδυνηρό τραύμα του ξεριζώματος των προηγούμενων γενιών;
 Στα ερωτήματα αυτά θα απαντήσει κανείς με διάφορους τρόπους διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η συγγραφέας θέλει να ξεμπλέξει με το φορτίο των γονιών, το φορτίο του αγωνιστή πατέρα αλλά και με τις όποιες αφηγήσεις έχει εσωτερικεύσει και κουβαλεί μες στη ψυχή της. Το επιχειρεί υιοθετώντας ταυτόχρονα δυο πράγματα. Πρώτον,  με το μυθιστόρημα αυτό η συγγραφέας εγκαταλείπει τη γραφή και το μότο της παιδικής λογοτεχνίας. Μορφολογικά, υφολογικά και βεβαίως και θεματικά.  Δεύτερον επιλέγει μια πρωτοπρόσωπη γραφή με εναλλαγή οπτικής γωνίας, θέασης και καταγραφής της πραγματικότητας και μάλιστα δεν είναι η συγγραφέας/ κόρη που αφηγείται τα γεγονότα μέσα από τη δική της λογική και ματιά αλλά προτιμάει εκείνη της νεαρής και μελαγχολικής Αντωνίας, της μητέρας.
Δεκαετία του ’60 , σχεδόν γύρω στα 196o, ομάδες νεαρών ελλήνων παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς. Συγκεκριμένα, 8 ζευγάρια νεαρών ελλήνων και μια νεαρή κοπέλα μόνη της παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς. Μέσω Θεσ/νίκης, Πειραιά και Ιταλίας φτάνουν στη γκρίζα περιοχή της νότιας Γερμανίας. Η Αντωνία ταξιδεύει μόνη και σχεδόν καταθλιμμένη, γιατί ο σύζυγος δεν μπορεί να βγάλει τα απαραίτητα χαρτιά και να μεταναστεύσει μαζί της, καθότι αριστερός και κομμουνιστής, και γιατί η Αντωνία μόλις έχει χάσει και ένα παιδί 2-3 χρονών. Ξεκινούν από ένα μικρό χωριό της κεντρικής Μακεδονίας κατάφατσα στο Πάϊκο.
Στη συνέχεια του μύθου απλώνεται η ζωή των μεταναστών… Δυσκολίες αντιξοότητες, στενοχώριες, η απρόβλεπτα καλή αντιμετώπιση των γερμανών απέναντί τους, σκηνές  εργατικής αλληλεγγύης,  η νοσταλγία της πατρίδας και άλλα πολλά, όπως η σπαρακτική ιστορία  της Ελευθερίας και του Αρίστου, της Λένας και του Λευτέρη. Μικρές καθημερινές ιστορίες μέσα στο εργοστάσιο, μέσα στο σπίτι (χάιμ) με κοινόχρηστες τουαλέτες που φιλοξενεί τα 8 ζευγάρια και έξω από τη γερμανική κοινωνία. Οι ήχοι του βάρδου της ξενιτιάς Στέλιου Καζαντζίδη, η επικοινωνία με την πατρίδα μικρές σπίθες παρηγοριάς.
Η πρωταγωνίστρια ( Αντωνία)υποδέχεται μετά από λίγο καιρό τον άνδρα της το Χάρη και σε λίγο μένει έγκυος και γεννάει το πρώτο τους παιδί. Όλο το Χαιμ και η ελληνική παρέα γιορτάζει και χαίρεται. Η ανατροπή όμως είναι κοντά, ο Χάρης ταξιδεύει στην Ελλάδα για την άρρωστη θεία του και εγκλωβίζεται εκεί,  γιατί εντωμεταξύ επιβάλλεται η επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Ο Χάρης φυλακίζεται στο Γεντί Κουλέ για εφτά χρόνια. Το ζευγάρι χωρίζει βιαίως και η Αντωνία και η μικρή Αλεξάνδρα μένουν μόνες για εφτά ολόκληρα χρόνια στη Γερμανία.
Τώρα το σκηνικό αλλάζει και έχουμε εξαιρετικές σκηνές βίας και καταπιέσεων στις φυλακές. Σε αυτό το διάστημα η Αντωνία έχει πάντα τον πρώτο λόγο και είναι αυτή που μεταφέρει με τη φωνή της τις εξελίξεις στη Γερμανία και στην Ελλάδα.
Το μυθιστόρημα κυλάει άνετα, οι πλευρές της ζωής στη Γερμανία εγγράφονται αδρομερώς όπως και οι ανάλογες πολιτικές στην Ελλάδα της χούντας. Το σημαντικό για τη συγγραφέα είναι ότι καταφέρνει να στήσει και να παρουσιάσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες . Αποτυπώνει και ολοκληρώνει συγκεκριμένους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες /τύπους  μετανάστη και ειδικότερα αγρότες, γόνους πολυμελών αγροτικών οικογενειών, όπως και τυπικούς χαρακτήρες γερμανών εργατών και πολιτών με θετικό πρόσημο. Όλο το μυθιστόρημα αρθρώνεται σε 14 άνισες ενότητες. Οι ενότητες που αφορούν τη ζωή και τις περιπέτειες της Αντωνίας ηρωίδας περνούν από το φίλτρο και τη φωνή της πάντα σε πρώτο πρόσωπο. Οι υπόλοιπες ενότητες λιγότερες φυσικά που αφορούν τον άντρα της ,που είναι μακριά της, είναι γραμμένες σε τρίτ0 πρόσωπο, δηλαδή μια κλασική παντογνωστική αφήγηση με έναν αφηγητή ουδέτερο.
Η φωνή της Αντωνίας μοιάζει αυθεντική, άμεση και αληθινή.  Μέσα στα έργο της η συγγραφέας μετατρέπει προσωπικά της βιώματα σε μυθιστορηματικές καταστάσεις, κρατώντας πάντα την απαραίτητη απόσταση από το αυτοβιογραφικό στοιχείο αλλά επιτρέποντας στους ήρωές της να βλέπουν τα πράγματα με τη δική της θεώρηση. Αντίθετα ο Χάρης είναι μάλλον ελλιποβαρής φιγούρα, γιατί αυτός μάλλον ανήκει αλλού, τα σπουδαία συμβαίνουν εν τη απουσία του.
 Στην ουσία η συγγραφέας πλάθει δυο πρόσωπα τον πατέρα και τη μητέρα. Δεν είναι απλά διηγηματογραφικές φιγούρες. Οι εξομολογήσεις, οι προσευχές, οι αναθεματισμοί και οι απαντοχές τους θα δημιουργήσουν έναν στέρεο μύθο αλλά και ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα που ακουμπά επάνω σε ένα συλλογικό πλέον μύθο στον μετανάστη της δεκαετίας του 60. Μόνο που αυτός ο χαρακτήρας ανήκει στην ηθική και στο πένθος της καρδιάς. Αυτοί οι χαρακτήρες λείπουν από τον ρηχό και παράταιρο σημερινό κόσμο. Είναι πρόσωπα που ανήκουν σε ένα άλλο βαθύτερο ρεύμα ζωής , όπου ο νους παραμερίζει για να ακουστεί η φωνή που βγαίνει κατευθείαν από το φυλλοκάρδι. Μιλάει η χθόνια φωνή, η φωνή μαρτυρία των επιγόνων για τους προγόνους.
Έτσι, περισσότερο και από μια αυτοβιογραφική γραφή το μυθιστόρημα  Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή είναι η ανάγκη επικοινωνίας με τον εαυτό της και η διάσωση της προσωπικής της ταυτότητας και κάπως συνολικότερα αυτήν της οικογένειά της. Tελικά , όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να δούμε το κείμενο  ως αυτοβιογραφικό τεκμήριο, προκειμένου να κατανοήσουμε αυτό που ενδεχομένως ζητάει να δηλώσει η συγγραφέας: Πως για να αντέξει κανείς την πίεση και  το άχθος κάποιων επώδυνων γεγονότων που βίωσε ως άνθρωπος, η συγγραφέας μετατρέπει τον εαυτό της σε διεισδυτικό παρατηρητή και ερμηνευτή μιας σύνθετης και επώδυνης κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία ούτε την εξοραϊζει, ούτε την υποκρύπτει αλλά τη φέρνει μπροστά μας με έναν τρόπο που μας υποχρεώνει να τη δεχτούμε, να την κατανοήσουμε και να την αποδεχτούμε σιγά-σιγά.  Η ίδια λυτρώνεται και ο αναγνώστης απογειώνεται. Είναι η ευτυχισμένη στιγμή της τέλειας επικοινωνίας αναγνώστη και συγγραφέα …

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ανδρέας Καρακίτσιος, καθηγητής Παιδικής Λογοτεχνίας ΑΠΘ, μιλά για τα "Μυστικά και Ψέματα", της Έλενας Αρτζανίδου.

Μυστικά και ψέματα

Η Έλενα Αρτζανίδου, γνωστή πλέον και καταξιωμένη συγγραφέας,

ασχολείται με τη συγγραφή, κυρίως παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων,

από το 1996. Είναι κατεξοχήν πεζογράφος και έχει ασχοληθεί σχεδόν

με όλα τα είδη της παιδικής πεζογραφίας (αφηγήσεις βραχείας και

ευρείας φόρμας και βιβλία γνώσης). Γενικά τα τελευταία χρόνια

η συγγραφέας είχε στραφεί σε κείμενα βραχείας φόρμας και κυρίως

παραμυθητικές αφηγήσεις, βιβλία γνώσης και εξαιρετικές

εικονογραφημένες ιστορίες, όπως για παράδειγμα:

Με λένε Πρόμις, Ψυχογιός, 2007· Δεν έφταιγα εγώ, Ψυχογιός,

2008· Η οικογένεια, Ψυχογιός, 2008· και Τα γυαλάκια της Μαλένας,

Ψυχογιός2009.
Όμως επιστρέφει στην πραγματική αγάπη και στο ξεχωριστό της

συγγραφικό στίγμα που αποτυπώνεται ενδεχομένως εναργέστερα και

καλύτερα στις αφηγήσεις ευρείας φόρμας.

Στο συνολικό έργο της Έλενας Αρτζανίδου ξεχωρίζει πρώτα - πρώτα

μια ομάδα βιβλίων με βάση την έκταση της αφήγησης, τη δομή και τη

φόρμα της και τον αποδέκτη της. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών

τα βιβλία αυτά μπορούν άτυπα να ενταχθούν υπό τον ευρύ όρο της παιδικής

νουβέλας. Η γραμματολογική και ειδολογική εξέταση στο χώρο

της παιδικής λογοτεχνίας είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Λίγα είναι τα

κείμενα της παιδικής αφήγησης που εγγράφονται κατ’ αποκλειστικότητα

σε ένα μόνο αφηγηματικό είδος ή σε έναν αφηγηματικό τρόπο.

Τα περισσότερα είναι λογοτεχνικά υβρίδια και ελάχιστα είναι εκείνα τα

κείμενα που δεν αναζητούν στηρίγματα και βάση σε άλλα προγενέστερα

ειδολογικά στοιχεία σε συγγενικά κείμενα και μη. Θα έλεγε

κανείς ότι οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό των αφηγηματικών

τύπων και λογοτεχνικών ειδών, προβληματίζουν ανοίγουν εξαιρετικά

πολύ το τοπίο της γραφής και καθιστούν κενό γράμμα τον εντοπισμό

του λογοτεχνικού κανόνα.

Ειδικότερα το φαινόμενο της πολυμορφίας και υβριδικότητας εμφανίζεται

λιγότερο στις αφηγήσεις ευρείας φόρμας, που υπακούουν σε συγκεκριμένους

κανόνες και ανάλογες αισθητικές αρχές, και περισσότερο στις αφηγήσεις

βραχείας φόρμας. Στην κατηγορία αφηγήσεις ευρείας φόρμας ανήκει

και το παρόν βιβλίο Μυστικά και Ψέματα. Από τις εκδόσεις Βιβλιόφωνο.

Στα βιβλίο αυτό η συγγραφέας εστιάζει την προσοχή της σε καταστάσεις

της σύγχρονης καθημερινότητας που συναντάει κανείς στη μεγάλη αυλή

του σχολείου, στο μικρό δωμάτιο των παιδιών, στις μικρές παρέες.

Ταυτόχρονα όμως χαμηλώνει το βλέμμα της και αντικρίζει σαν ίσος

προς ίσον τους μικρούς ήρωές της που τώρα δεν είναι πια παιδιά αλλά σχεδόν

προέφηβοι και έφηβοι, εάν όχι έφηβοι. Στην πραγματικότητα οι ήρωες του

βιβλίου είναι αόριστα στην τελευταία τάξη του Δημοτικού. Η συγγραφέας

στρέφει το ενδιαφέρον σε θέματα απλά και ασήμαντα για τους ενήλικους

αλλά τόσο κρίσιμα για τους μικρούς ήρωες. Βάζει τον αναλυτικό και

μεγεθυντικό της φακό στα απλά και καθημερινά, στις καθημερινές

συγκρούσεις των παιδιών, στις φιλίες τους στις παροδικές γκρίνιες, και

ακόμη και στην εχθρική στοχοποίηση κάποιων παιδιών με διαφορετικά

χαρακτηριστικά και ενδεχομένως διαφορετική πολιτιστική ταυτότητα.

Ανακαλύπτει αθέατες πλευρές της καθημερινότητας των παιδιών,

τις σχολιάζει, τις φωτίζει, τις εκθέτει και τις εξηγεί με τον δικό της

λογοτεχνικό τρόπο. Παράλληλα όμως σχεδόν σε κάθε κείμενο εφευρίσκει

διάφορους τρόπους να επιλύσει τα μικρά προβλήματα της σχολικής και

οικογενειακής καθημερινότητας χωρίς να φαίνεται πουθενά ότι

διδάσκει, ότι συμβουλεύει και ότι μιλάει ως ένας τυπικός γονιός ή ένας

τυπικός και αδιάφορος δάσκαλος και γενικά ως ενήλικος. Έτσι ο

αναγνώστης μπορεί εύκολα να δει και να παρατηρήσει ολοκληρωμένα

στο βιβλίο Μυστικά και ψέματα κάποια παιδιά στις τελευταίες τάξεις

του Δημοτικού που ατενίζουν με τη δική τους λογική και με τη δική

τους αφέλεια τις δυσκολίες που πιθανόν να αντιμετωπίζουν σε αυτήν

τη φάση της ζωής τους όλα τα παιδιά όλου του κόσμου όλων των

φυλών και όλων των ξεχωριστών περιπτώσεων.

Στο βιβλίο Μυστικά και ψέματα πρωταγωνιστούν μια όμορφη κοπέλα,

η Κίτυ με χαρακτηριστικά και νοοτροπία που παραπέμπουν σε

χαρακτηριστικά Μπάρμπυ μαζί με τη Ματίνα αναλόγου λογικής και

επιλογών αμφίεσης και κόμμωσης και στυλ και προτεραιοτήτων,

δηλαδή ροζουλί δωμάτιο, ανάλογα ρούχα, κορδέλες σκουλαρίκια και

ότι βλέπουμε σε ανάλογες περιπτώσεις. Είναι ένα δίδυμο ταιριαστό

και αχώριστο, το οποίο όμως είναι στα όρια της κοινωνικά

αποδεκτής υπερκαταναλωτικής συμπεριφοράς σε ρούχα στολίδια,

φω μπιζού κ.λ.π.

Η πρώτη η Κίτυ είναι παιδί μια ευκατάστατης οικογένειας– ο πατέρας

είναι πιλότος και λείπει συχνά- και έχει μια αδερφή την Παναγιώτα,

που κινείται στους ρυθμούς της ποπ μουσικής και φαντασιώνεται

με αντίστοιχα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, δηλαδή ένα τελείως

διαφορετικό άτομο χρώματος φυλής κ.λ.π. που ονειρεύεται και μιμείται

είδωλα από τον κόσμο της μουσικής, π.χ. Μαντόνα κ.λ.π. και λειτουργεί

αντιστικτικά με το μοντέλο Μπάρμπυ και τις πριγκιπικές φαντασιώσεις

της αδερφής της.

Πλάι στην Κίτυ κινείται και η κλασική φιλενάδα, η Ματίνα της ιδίας φυλής,

δηλαδή με πριγκιπικές φαντασιώσεις, λατρεία και μιμήσεις στις φιγούρες

Μπάρμπυ, αλλά λαϊκότερης καταγωγής και χαμηλότερης οικονομικής

κατάστασης.. ( Η Ματίνα και ο αδερφός της μένουν στο ίδιο δωμάτιο).

Το τρίτο μέλος της παρέας είναι ο Κωνσταντίνος, με τα μακριά μαλλιά,

με την σχετική προδιάθεση για χαβαλέ αλλά και μια σχετική

υπολανθάνουσα συμπεριφορά στοχοποίησης των δυο κοριτσιών.

Είναι ένα παιδί ζωηρό έως ατίθασο με ηγετικά προσόντα με πιστούς

φίλους και οπαδούς έτοιμος για φασαρία. Ο Κωνσταντίνος είναι

παιδί χωρισμένων γονιών.

Στη σχολική τάξη εισβάλλουν: ένα παιδί όχι διαφορετικής καταγωγής,

γλώσσας και κουλτούρας, αλλά νιοφερμένος που μπαίνει για πρώτη φορά

στην τάξη της Ματίνας της Κίτυ και του Κωνσταντίνου. Είναι η Αραβέλλα

σελ.45 και ο Αντώνης σελ., 52-53.

Η συγγραφέας δίνει στους ήρωες τη δυνατότητα να υιοθετήσουν φράσεις,

εκφράσεις, συμπεριφορές και γλώσσες που δε μιμούνται απλώς τις αντίστοιχες

παιδικές αλλά είναι άμεσα παιδικές. Βαθύς γνώστης της παιδικής

ψυχικής ιδιοσυστασίας, η συγγραφέας εισδύει στην ψυχή των μικρών

ηρώων και την αναπαριστά με πειστικότητα και

αληθοφάνεια. Η συγγραφέας, δίνει έμφαση στην προσωπικότητα

του παιδιών, στις σκέψεις του, στις λογικές του και στις αντιδράσεις του.

Διευκολύνεται έτσι η ταύτιση του αναγνώστη με το μικρό πρωταγωνιστή

και γίνεται πιο άνετη η συνομιλία μαζί του. Παράλληλα με την πολλαπλή

παρουσία σκηνικών στοιχείων και διαλόγων (έμμεση αφήγηση)

επιτρέπει στον αναγνώστη να εμφαίνει στην κατανόηση των αιτιωδών

σχέσεων ανάμεσα στα γεγονότα και επεισόδια και στην τυπική τους ερμηνεία.

Το κυρίαρχο όμως στοιχείο είναι ότι στο αφήγημα ευρείας φόρμας είναι ότι δημιουργούνται πιο σύνθετες καταστάσεις. Οι πρωταγωνιστές δεν είναι πλέον, όπως στα προηγούμενα αφηγήματα βραχείας φόρμας, απλά χαρακτήρες διανεμημένοι με βάση ένα σενάριο με παιδαγωγικό περιεχόμενο.. Οι ήρωες τώρα εξατομικεύονται, εγγράφονται σε ένα χώρο προσδιορισμένο και ενδεχομένως και σε έναν αντίστοιχο χρόνο. Κερδίζουν σε εσωτερικότητα και γίνονται ευκολότερα αντικείμενα ελκυστικά σε ταυτίσεις. Οι ήρωες αντιμετωπίζουν καταστάσεις που οι αναγνώστες τις έχουν ήδη διαισθανθεί και τις περιμένουν.

Ειδικότερα όμως και αυτό είναι το στοιχείο που κάνει τη διαφορά είναι ότι στο συγκεκριμένο αφήγημα ευρείας φόρμας οι ήρωες εξελίσσονται, θα έλεγε κανείς ότι ωριμάζουν και βελτιώνονται. Είναι σαφές ότι ο Κωνσταντίνος παιδί χωρισμένων γονιών μετατρέπει την αδικαιολόγητη επιθετικότητα που αναμιγνύεται με μια δόση εκρηκτικού χαβαλέ σε μια πιο ώριμη συμπεριφορά, κάτι που δεν έρχεται μόνο του αλλά μέσα από μια σειρά αλλαγών των προσώπων που τον περιβάλλουν. Για παράδειγμα η μητέρα που αντιλαμβάνεται ότι έχει χάσει με τις δουλειές και τα τρεχάματα το γιό της, ή ότι έχει κλάψει πολύ για τη φυγή του άντρα της και ότι φτάνει πια το ψέμα για να ανακαλύψει την απουσία του. Σε τέτοιες συμπεριφορές ο μικρός αναγνώστης αναζητά το μέλλον του ή απλά το σκέφτεται ή το οργανώνει και δημιουργεί έτσι την πρώτη του προσωπική αφήγηση.

Η Ματίνα και η Κίτυ σιγά- σιγά αναλαμβάνουν πιο υπεύθυνους ρόλους, συλλογίζονται, σκέπτονται υπολογίζουν περισσότερο τους άλλους και τελικά και οι δυο μαζί παρόλο που συγκρούονται για τα μάτια του νεοφερμένου Αντώνη μεταμορφώνονται και εξελίσσονται . Αποβάλλουν το μονολιθικό τρόπο προσέγγισης των καθημερινών πραγμάτων, (δεν είναι όλα για πριγκίπισσες), οργανώνουν τα σχέδιά τους για το μέλλον με προσοχή και αυτολογοκρίνονται περισσότερο χωρίς να χάνουν τον αυθορμητισμό τους, απλώς γίνονται λιγότερο αφελείς.. Αυτές οι μεταμορφώσεις των ηρωίδων δημιουργούν την αίσθηση ότι βλέπουμε ζωντανά τη μεταμόρφωση της κάμπιας σε χρυσαλλίδα.

Το ίδιο συμβαίνει πολύ πιο ευκρινώς στον Κωνσταντίνο, γιατί εδώ η μεταμόρφωση δεν είναι μόνο εξωτερική αλλά πολύ πιο εσωτερική. Είναι αυτός που διαμορφώνει και προσδιορίζει με άλλο τρόπο τη σχέση του με τη μητέρα του, είναι αυτός που απομυθοποιεί τον πατέρα του, είναι αυτός που προσεγγίζει πιο ώριμα τα δυο κορίτσια, την Κίτυ και τη Ματίνα. Αυτοί που δεν αλλάζουν γιατί μάλλον είναι πιο ώριμοι είναι οι δυο νεοφερμένοι η Αραβέλλα και ο Αντώνης.

Η ιστορία σταματάει βέβαια πριν οι ήρωες μπουν στην εφηβεία, όλα αυτά είναι κατορθώματα μιας προεφηβείας που προμηνύεται θυελλώδης.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η υπόθεση του βιβλίου της Έλενας Αρτζανίδου. Και εδώ θα μπορούσε εδώ να σταματήσει οποιαδήποτε αναφορά. Υπάρχει όμως και κάτι περισσότερο

Το βιβλίο ένα κείμενο 140 σελίδων περίπου διατηρεί σε πρώτη ορατή ανάγνωση κάποια ειδολογικά χαρακτηριστικά που πραγματικά ενδιαφέρουν.

Πρώτον: Οι ήρωες δεν εξελίσσονται απλά αλλά σταδιακά αντιλαμβάνονται τον πραγματικό εαυτό τους. Όλα τα γεγονότα, τα επεισόδια και όλες οι συζητήσεις μεταξύ τους καταλήγουν στην ανακάλυψη του εαυτού έστω και ατελώς. Όλα τα επεισόδια είναι έτσι οργανωμένα, ώστε να καταλήγουν στη σταδιακή και εξελικτική μεταμόρφωση των ηρώων – παιδιών σε άτομα αν όχι ολοκληρωμένα αλλά τουλάχιστον με ένα βήμα μπροστά .

Δεύτερον: Είναι καθοριστικός ο ρόλος τη ς οικογένειας στην εξέλιξη και μεταμόρφωση των ηρώων σε όλες τις περιπτώσεις . Η Ματίνα και η Κίτυ είναι περισσότερο προϊόντα του συστήματος αξιών που πρεσβεύουν, δηλαδή της τηλεοπτικής διαφήμισης των Μπάρμπυ κ.λ.π. Ο ρόλος της οικογένειας παρότι εμφαίνεται ως ανεκτικός και ελάχιστα παρεμβατικός είναι αυτή με το στέρεο σύστημα αξιών που στηρίζει τα παιδιά στις παλινδρομήσεις και στις παρεκτροπές.. Διαφαίνεται μια οικογένεια ανοιχτή έτοιμη να συγχωρήσει, να συμβουλέψει και να ανακτήσει τα σκήπτρα στην επιρροή τη ς συμπεριφοράς.

Τρίτον: Η παρουσία μιας σχολικής κουλτούρας και μιας ποικιλίας ηρώων με θετική και αρνητική συμπεριφορά . Συγκρούεται ο Αντώνης με τον Κωνσταντίνο αλλά δεν είναι ακριβώς οι δυο όψεις του νομίσματος , δηλαδή ο καλός μαθητής με τον κακό μαθητή. Η σύγκρουσή τους ξεπερνάει τα μανιχαϊστικά μοντέλα της σχολικής καθημερινότητας και καθορίζει τις διαφορές σε άλλα επίπεδα αυτά των παραλλαγών μιας προεφηβείας που προβάλλει απειλητική και άγρια. Στο τέλος η βελτίωση για όλους είναι καθοριστική. Δεν μπορείς να πεις ότι υπάρχει κάποια σχολική αντι –κουλτούρα η οποία διαχέεται στους ήρωες. Οι ήρωες δεν έρχονται σε σύγκρουση με τη σχολική κουλτούρα και την ανάλογη οικογενειακή, απλώς αποκλίνουν ελαφρώς.

Τέταρτον: Προτείνεται ως λύση και ως μοντέλο συμπεριφοράς ένα σύστημα αξιών και μια ουσιαστική κριτική στάση απέναντι στην τηλεοπτική επιρροή και επίδραση που δημιουργεί από μόνη της στερεότυπα και αξίες. Αυτή η κριτική περνάει πολύ έμμεσα και πολύ διακριτικά. Συνοπτικά οι ήρωες παιδιά κοινωνικοποιούνται και εντάσσονται μέσα από αφηγήσεις και επεισόδια σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα.

Οι αφηγηματικές επιλογές είναι στο πνεύμα όλου του βιβλίου: σταθερές, απλές και σίγουρες, δηλαδή τριτοπρόσωπη αφήγηση, χωρίς αναχρονίες και αναδρομές. Κυριαρχεί η γραμμική ροή της εξιστόρησης των γεγονότων και επεισοδίων με εμβόλιμες σκηνές και χαρακτηριστικούς διαλόγους. Ο χώρος γίνεται πολύ ενδιαφέρων, καταγράφονται κάποιες πλατείες με κάποια χαρακτηριστικά οικιστικά που παραπέμπουν σε αστικά κέντρα και που όλο κάτι μας θυμίζουν.

Με βάση τα παραπάνω, δηλαδή την εξέλιξη των ηρώων, την ωρίμανσή τους, την απόκτηση της αυτονομίας τους και την τελική τους ολοκλήρωση ως μαθητές και μαθήτριες και ως παιδιά ισορροπημένων οικογενειών διαπιστώνουμε ότι έχουμε μια αφήγηση ευρεία ς φόρμας που κινείται ειδολογικά στην παράδοση των κοριτσίστικων μυθιστορημάτων μαθητείας.

Ιανός, 7 Δεκέμβρη 2010

Ανδρέας Καρακίτσιος