Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Mε αφορμή την αναθεωρημένη επανέκδοση του βιβλίου,"Στο μισό του ουρανού",Έλενα Αρτζανίδου,εκδ.Βιβλιόφωνο.


Το βιβλίο μου «Στο μισό του ουρανού», πρωτοκυκλοφόρησε τον Ιούνιο 2000 σε εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλο,ήταν το δεύτερο βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη.
Ύστερα από τέσσερις επανεκδόσεις το 2010 έληξε το συμβόλαιό μου ενώ στην αγορά δεν υπήρχε πλέον κανένα αντίτυπο.
 Τον Οκτώβριο 2012 το βιβλίο «Στο μισό του ουρανού»,θα κυκλοφορήσει σε αναθεωρημένη έκδοση από τις εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΦΩΝΟ, με εικονογράφηση του Βαγγέλη Ελευθερίου.

Το βιβλίο το αγαπώ ιδιαίτερα,όμως μόνο δυο λόγους θα αποκαλύψω:
  • Πρώτα από όλα ήταν το δεύτερο βιβλίο μου,μετά το «Φιλαρέτη και Πάτης» από τις ίδιες εκδόσεις -το βιβλίο με το οποίο συστήθηκα στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας-, που ο Μάνος Κοντολέων, επέλεξε και  πρότεινε  στις εκδόσεις.Ήταν και είναι πολύ σημαντικό και τιμητικό μιας  και ο Μάνος Κοντολέων, είναι ένας εξαιρετικός συγγραφέας που έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη λογοτεχνίας με μεγάλη επιτυχία και το έργο του όπως του έχω πει σε μια από τις συναντήσεις μας το «Ζηλεύω».
  • Πάντα με ενδιέφερε να γράψω κάτι για τα νησιά μας, για τα όμορφα αλλά και τα πολλά δύσκολα που ζουν. Η τετράχρονη παραμονή μου στη Ρόδο μου έδειξε πολλές πτυχές αυτών των τόπων. "Το μισό του ουρανού" γράφτηκε στο σπιτάκι ψηλά στα 22 σκαλοπάτια, πάνω από το Γιαλό και αφορά τη Σύμη, έτσι όταν κυκλοφόρησε τον Ιούλιο παρουσιάστηκε στα πλαίσια του σημαντικού  και μοναδικού Φεστιβάλ Σύμης. Εκείνη η παρουσία μου είχε ως αποτέλεσμα το Σεπτέμβριο 2001 να συμμετέχω στο Συμπόσιο του 7ου Φεστιβαλ Σύμης, «Τόπος αλλού-Θαλάσσιοι τόποι στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους», με αφορμή πάντα το βιβλίο η εισήγησή μου είχε το παρακάτω θέμα που εντάχθηκε μαζί με όλες τις άλλες εισηγήσεις των συγγραφέων και των πανεπιστημιακών που συμμετείχαν,στο ομότιτλο βιβλίο που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.
Έλενα Αρτζανίδου
Νηπιαγωγός-Συγγραφέας.

Θέμα:Τόπος αλλού.Θαλάσσιοι τόποι στην παιδική και νεανική λογοτεχνία.

Τίτλος.
Από τον Καρκαβίτσα στον Εγγονόπουλο και από το Αϊβαλί του Κόντογλου στο Μισό του ουρανού της Σύμης: κείμενα πλημμυρισμένα θάλασσα, που ξέρουν να οδηγούν και να πλάθουν ψυχές αναγνωστών της λογοτεχνίας.
                             ΕΛΕΝΑ ΑΡΤΖΑΝΙΔΟΥ
                         ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ-ΝΗΠΑΙΓΩΓΟΣ
Η ζωή του Έλληνα είναι άρρηκτα δεμένη με τη θάλασσα από την αρχαιότητα έως και σήμερα.Ο ελληνικός πολιτισμός αναπτύχθηκε στο Αιγαίο,στις ακτές της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου.
Το «θάλαττα,θάλαττα»  έγινε θριαμβευτική ιαχή.Στα κλασσικά χρόνια της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής, ο μεγάλος ηγέτης, θα στρέψει επίμονα την Αθήνα προς το ναυτικό βίο και θα δώσει άλλο χαρακτήρα στη ζωή της πόλης. Πιστεύει πως η στροφή προς τη θάλασσα ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβατή με την ανάπτυξη της δημοκρατίας1.
 Ο Περικλής θα θεωρούσε μεγάλο πλεονέκτημα αν η Αττική βρεχόταν ολόγυρα από θάλασσα.Αν ήταν νήσος, οι Αθηναίοι θα ήταν απόρθητοι.
Η γεωφυσική θέση,η οικονομική ανάπτυξη και η ιστορία της χώρας μας σχετίζονται άμεσα με τη θάλασσα.
 Ο μικρός αναγνώστης πολύ νωρίς γνωρίζει μέσα από την αφήγηση του Ομήρου τον ήρωα Οδυσσέα να ταξιδεύει για τον άλλο τόπο έχοντας αυτήν για μέσο,τη θάλασσα: «Ποιος τόση πικροθάλασσα, που τελειωμό δεν έχει, θα την περνούσε αυτόθελα…»2. .Και είναι εκείνη που άλλοτε του παρέχει την ασφάλεια σώζοντάς τον από τον κίνδυνο: «Γέμισε αφρούς η θάλασσα καθώς της ήρθε ο βράχος {…} κι όταν διπλά αλαργέψαμε στο πέλαγος τραβώντας, πάλε έσκουζα στον Κύκλωπα»3.
Με αυτόν τον ήρωα ταυτίζεται o μικρός αναγνώστης  και ανοίγει τα πανιά του, τον βάζει στα όνειρά και στα παιχνίδια του, γιατί είναι αυτός που πάλεψε τη θάλασσα και τα στοιχειά της  αλλά και νανουρίστηκε στην αγκαλιά της.
Και όσο μεγαλώνει το Ελληνόπουλο, τόσο ξετυλίγονται και άλλες ιστορίες μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενα, που όλο και περισσότερο το φέρνουν πιο κοντά στη θάλασσα,σ’ αυτήν που είναι εκεί, σιμά του, από τα πρώτα χρόνια, δεμένη με την γέννηση του,τα πρώτα του ταξίδια,τον έρωτα,τον αγώνα και το θάνατο.
 Προσπαθώντας να καταγράψω την ταύτιση του Έλληνα με τη θάλασσα, θα συνεχίσω να ξετυλίγω το κουβάρι που παρουσιάζει την διαφορετική κάθε φορά σχέση του Έλληνα με την υγρή φίλη,έτσι όπως αναδεικνύεται από την παιδική και νεανική λογοτεχνία.
Το παιδί αρέσκεται στους θρύλους και στις θαλασσινές περιπέτειες,με αυτές μεγαλώνει.Ο θρύλος της Γοργόνας, της αδερφής του Μ.Αλέξανδρου, εξελίσσεται στο πέλαγος. Έτσι, από τον μυθικό Οδυσσέα το Ελληνόπουλο αφήνεται στην ιαχή:
«Ο βασιλιάς Αλέξανδρος απέθανε για ζη;»
Βροντολογά το στόμα της και τα νερά αναδεύει
με την ψαρίσια της ουρά,
και το γυναικείο της αυτί απόκριση γυρεύει.
«Ο βασιλιάς Αλέξανδρος στον κόσμο βασιλεύει,
Ο ναύτης αποκρίνεται,ζωή να `χης,Κυρά»4.

 Η μνήμη του βασιλιά διασώζεται, κι αυτό γίνεται με τη μεσολάβηση της θάλασσας, όπως αυτό φαίνεται από τους παραπάνω στίχους του Γ.Δροσίνη.
 Η θάλασσα σχετίζεται με το βιοπορισμό.Ο Έλληνας στον αγώνα της επιβίωσης δεν αναλογίζεται τις δυσκολίες,τον κίνδυνο τον αποχωρισμό που αυτή του επιφυλάσσει, παρά αποφασίζει να σαλπάρει με κάλμα καιρούς και να παλέψει με κύματα θεριά:
Τελευταία έμειναν η γολέτα του καπετάν Παλιούρα,η «Βαγγελίστρα»Οι ναύτες και το ναυτόπουλο[…}Το ναυτόπουλο ρίχνει μια ματιά σε ένα χαμηλό σπιτάκι{…}Στο λιακωτό είναι η μάνα του,χήρα μαυροντυμένη{…}Πότε θα γυρίσει η «Βαγγελίστρα»με το γιο της που θα φέρη την προίκα να παντρέψη την αδερφή του..Ήρθε του Αγ.Νικολάου και η «Βαγγελίστρα» δε φάνηκε {…} Ξημερώνει το Μεγάλο Σάββατο και «Βαγγελίστρα» είναι έξω από το νησί.Μα να πιάση λιμάνι δε μπορεί..
«Για το θεό!λέει ο καπετάνιος θυμωμένος έξω από το νησί μας να χαθούμε!»
Την ώρα που έβγαιναν οι επιτάφιοι…
«Ήρθα μάνα μου,παράγγειλε το ναυτόπουλο»5.


Σε αυτό το έργο «Η πατρίδα μας»,1919, του Ανδ.Καρκαβίτσα,το ναυτόπουλο, αμούστακο ακόμη, σηκώνει τα βάρη της οικογένειας.Αν δεν ταξιδέψει, η αδερφή του δε θα παντρευτεί, πράγμα αδιανόητο.Έτσι δίχως άλλη σκέψη και επιλογή, θα γνωρίσει λιμάνια και τόπους.Θα εμπιστευτεί τη ζωή του και αυτών που αφήνει πίσω σε κάποιο καράβι και στον άγιο.
 Εις οποιονδήποτε νήσον και αν αποβιβασθης,θα απαντήσης ναόν του αγίου Νικολάου..Ο άγιος Νικόλαος είναι ο παππούς του ναυτικού μας..Ο ναύτης και όταν ευδαίμων επιστρέψη είς τήν νησόν του,φέρει το τάξιμον του είς τον Άγιον..και από τα δόντια του θανάτου γλυτώση,πρώτα-πρώτα θα φέρη το τάξιμό του είς τον Άγιον,λαμπάδα μεγάλην και ύστερον θα μεταβη είς την οικίαν να χαιρετίση τήν μητέραν του ή την σύζυγόν του6….
 Η βιοπάλη είναι δύσκολη, και πολύ περισσότερο η ζωή του ταξιδευτή.Σε κάθε γυρισμό ο ναύτης δε ξέχνα τον άγιο του,αυτόν που τον συντρόφευε στα όμορφα ταξίδια και που, όταν τον χρειαζόταν, ήταν εκεί για να του στείλει μια σανίδα σωτηρίας.Πρώτα πηγαίνει το τάμα του,ως πρέπει,και μετά, όπως παραπάνω γράφει ο Αλεξ. Μωραϊτίδης  στο «Των θαλασσών ο Άγιος», θα πάει στη μάνα ή στη γυναίκα του.Πάντα ο Έλληνας τολμούσε τα ταξίδια και πάντα, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, λογάριαζε και έβαζε ανάμεσα σε αυτόν και στο υγρό στοιχείο το θεό και προστάτη του.Στον Ποσειδώνα θυσίαζε ο ήρωας για να φτάσει στο πολυπόθητο λιμάνι που θα πουλούσε το κρασί να φέρει το μετάξι.Τον άγιο Νικόλα ζήταγε ο ναύτης που θαλασσοπνιγόταν και ευθύς εκείνος ήταν εκεί για να τον σώσει.
 Σε άλλα πάλι βιβλία Ελλήνων λογοτεχνών που απευθύνονται κυρίως σε παιδιά ξεχωρίζει η αγάπη και το πάθος για τη θάλασσα.Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες που αυτή γεννά.
 Στο έργο Τ’ Αϊβαλί η πατρίδα μου ο Φώτης Κόντογλου γράφει:
Εγώ νιώθω τη θάλασσα,γιατί γεννήθηκα κοντά της.Αναθράφηκα και μεγάλωσα μέσα στους αρμυρούς αφρούς της{…} Άφηνα το κορμί μου να το σπρώχνουνε τα κύματα κατά την ακρογιαλιά{…} Πήγαινα και ξάπλωνα απάνω στα κοχύλια και καθόμουνα μπρούμυτος πολλές ώρες,κοιτώντας την αγαπημένη μου θάλασσα,που με καλούσε πάλι κοντά της{…}7
 Ο συγγραφέας αναδεικνύει τον έρωτα που γεννιέται.Παρουσιάζει επίσης το χτίσιμο της σχέσης του ήρωα με τη γη και θάλασσά του.
 Γι’ αυτήν την αγάπη, που είναι ακόμη και πιο πάνω από την αγάπη προς τη μάνα, κάνει λόγο και ο Στρατής Μυριβήλης στο μυθιστόρημά Ο Αργοναύτης:
«Αντρέα,εσύ δε θα πατήσεις ποτέ σου καραβοσανίδα αν με αγαπάς»{…} Ο Αντρέας της χαϊδεύει πάντα το αδύνατο χέρι {…} Και πάντα συλλογιζότανε τη θάλασσα {...}8
 Και όπως ο έρωτας σε θολώνει και πλημμυρίζει η ψυχή από ενέργεια και ευτυχία, έτσι και ο ήρωας παρασύρεται και την ακολουθεί αδιαφορώντας για τα λόγια της μάνας: «Είναι το πιο άπιστο πράμα η θάλασσα, αγόρι μου…»9. Ο ήρωας αποφασίζει να την ακολουθήσει και να ζήσει κοντά της κρυφά, αψηφώντας τις οποιεσδήποτε συνέπειες, όπως και στον έρωτα θα πάει ως το τέλος: «Ο Αντρέας άκουγε μέσα του τη φωνή της θάλασσας σαν τη φωνή της Φυλής,της προαιώνιας φυλής των θαλασσινών10». Έτσι, η αγαπητικιά του θα τον πάρει μαζί της, και σαν άλλος Ιάσονας και Οδυσσέας θα τολμήσει,θα παιδευτεί για να βγει νικητής.
Κλείνοντας ο Μυριβήλης γράφει:
«Τη μητέρα μου! είπε με λαχτάρα ο Αντρέας.Ειδοποιήστε,παρακαλω,τη μητέρα μου πως γυρίζω πίσω…Κοντά της…Πώς είμαι ζωντανός …»11
 Και ενώ παραπάνω ο νέος θέλει να ζήσει την περιπέτεια με την αγάπη του, σε ένα άλλο έργο  Ο Ατλαντικός του Νίκου Εγγονόπουλου, ξεδιπλώνεται το ταξίδι προς άλλους μακρινούς τόπους και απέραντες θάλασσες. Θάλασσα και ουρανός σού δίνουν την εντύπωση πως είναι ένα. «Στην κουπαστή σκυμμένοι θ’ απολαμβάνουμε την άφατη ειρήνη»12    ,
έτσι ξεκινάει ο συγγραφέας για να νιώσει ο ίδιος και ο αναγνώστης το φόβο και τον κίνδυνο που ακολουθεί.«Αρχίζουνε να πέφτουνε οι στάλες,οι πρώτες της βροχής κι άνεμοι αγριοξάφνης{…} με μουγκρητά μας περιζώνει.Τι μακριά που είστε της πάτριας γης εικόνες…»13       
 Και όταν ο κίνδυνος κορυφωθεί και όλα τα φυσικά φαινόμενα δείξουν τη δύναμή τους σε υπερθετικό βαθμό, ο θαλασσινός θα αναζητήσει την πατρίδα, ακόμη και αυτήν την καινούργια: «Πολύ αργεί πότε θα φτάσουμε στην ξένη γη;»14.
 Αρκετοί συγγραφείς μας επίσης ασχολήθηκαν με το τρίπτυχο ζωή-θάλασσα-εξαφάνιση. Η πολύ λαίμαργη φάλαινα που έφαγε τη θάλασσα του Ευγ.Τριβιζά καταφέρνει να προβληματίσει τα παιδιά στην αξία της αλυσίδας της ζωής.
«Όταν η θάλασσα κατάπιε όλα τα κύματα{…}έφαγε χταπόδια,ξιφίες σπάρους,ναύτες,γοργόνες,φάρους,πλοία{…} 15 κι έμεινε μεμιάς μόνη στη μέση της μεγάλης ερημιάς{…} Είδε τότε να’ρχονται από μακριά με καμάκια μυτερά{…}.Έρχονται να με σκοτώσουν{…}16
 Η ισορροπία της κάθε μορφής ζωής είναι απαραίτητη. Ένα λάθος, μια απερισκεψία θα οδηγήσει σταδιακά τον πλανήτη στην ερημιά και στην εξαφάνιση. «Και από τότε της κόπηκε η λαιμαργία και τρώει τις μαρίδες μία μία!»17 ,αυτά  είναι τα τελευταία λόγια του μεγάλου μας παραμυθά.
 Σ’ ένα πρόσφατο έργο, «Στο μισό του ουρανού», που διαδραματίζεται εξ’ολοκλήρου στη Σύμη και στα νερά της, η συγγραφέας, Έλενα Αρτζανίδου, παρουσιάζει τη ζωή του τόπου μέσα από τα μάτια της ηρωίδας, της Ωραιοζήλης.  Η θάλασσα είναι η έμπνευσή της στη χαρακτική που λατρεύει. Η θάλασσα είναι ο τόπος των νέων γνωριμιών και της παιδικής ανεμελιάς. Είναι αυτή που ζει την οικογένειά της, ο πατέρας εργάζεται στις ιχθυοκαλλιέργειες.Αλλά είναι και αυτή που άθελά της θα προκαλέσει κακό και πόνο σ’ όλη την οικογένεια. Η ηρωίδα θα την απαρνηθεί, αλλά όχι για πάντα, μιας και, όπως ξέρουμε, ο Έλληνας, γεννημένος κοντά στη θάλασσα, μπορεί να της θυμώνει και κείνη να τον πληγώνει, αλλά πάντα σε κείνη γυρνά.
Μετά από το ατύχημα η φιλία τους κλονίστηκε.Τίποτε δεν ήταν όπως πριν{…}Τη θάλασσα την απαρνήθηκε,και κείνη δικαιολογημένα ξέχασε το κορμί της{…}Κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει {…} Βούτηξε και άρχισε να κολυμπάει μανιασμένη {…} όταν έβγαλε το κεφάλι και κοίταξε πίσω της είχε απομακρυνθεί από τη στεριά. Ήταν λίγο πριν βγει από τον κόλπο
{…} 18 .
 Θα κλείσω με το κείμενο του Φώτη Κόντογλου «Ταξίδια και ταξιδευτές»19:
 Όλοι οι άνθρωποι τα αγαπάνε τα ταξίδια, μα οι Έλληνες τα αγαπάνε ακόμα παραπάνω, και για αυτό εκείνον που ταξιδεύει μακαρίζουνε οι άλλοι που κάθονται παραπονεμένοι σα να’ναι καταδικασμένοι. Και βγήκανε από τον τόπο μας πολλοί ταξιδευτάδες, που ταξιδέψανε όχι σε κοντινά μέρη παρά σε μακρυνά. Γιατί ταξίδια λέγουνται και τα κοντινά, ταξίδια λέγουνται και τα μακρυνά, ταξίδια λέγουνται και της θάλασσας και της στερηάς,ταξίδια λέγουνται και τα εύκολα και τα ραχατλίδικα, ταξίδια λέγουνται και τα επικίνδυνα. Για μένα όμως τα καλά τα ταξίδια είναι τα μακρυνά,τα θαλασσινά και τα επικίνδυνα. Τα άλλα μοιάζουνε σαν και κείνο που έκανε ο Γάλλος ντε Μαιτρ και που το ονόμασε «Ταξίδι γύρω από την κάμαρή μου».
 Αλλά τέτοια ταξίδια που είπα, θαρρώ πως δε γίνουνται πια σήμερα, και επειδή από τα μικρά μου χρόνια είχα μεγάλον πόθο να γίνω ταξιδευτής και διάβαζα ολοένα το Ροβινσόνα Κρούσο, τον Σεβάχ Θαλασσινό,κι άλλες τέτοιες ιστορίες, για τούτο αγαπώ και κείνα τα χρόνια, κι ήθελα να ζω σε κείνον τον καιρό.
Σε ευχαριστούμε θάλασσα που μας γέννησες,μας νανούρισες,μας έδειξες τον κόσμο. 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Εμμανουήλ.Ι.Μικρογιαννάκη,περ.Ιστορικά,σ.6-8,Ελευθεροτυπία ,10 Μαϊου 2001.
2.Ομήρου Οδύσσεια, ε 102-103,μετφρ.Ζ.Σιδέρη,σ.76.
3.Ομήρου Οδύσσεια,ε  491,498,499, μετφρ.Ζ. Σιδέρη,σ.142.
4.Δροσίνης Γ., «Ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος», Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄,έκδοση Ε΄,1966,Σ.70.
5.Καρκαβίτσας Ανδρ., «Το ναυτόπουλο», «Η πατρίδα μας», Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄1919 έκδοση Ε,σ.192-194,
6.Μωραϊτίδης Αλ., «Των θαλασσών ο άγιος», Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄, «Διηγήματα»,1921,σ.15.
7.Κόντογλου Φ., «Η μάνα μου η θάλασσα», «Τ’ Αιβαλί η πατρίδα μου,» σ.84-85,Γλώσσα Γ΄Δημοτικού.
8.Μυριβήλη Στρ., « Αργοναύτης»,Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας,1992,σ.18.
9.Μυριβήλη Στρ., ό.π.,σ.18.
10.Μυριβήλη Στρ,,ό.π.,σελ.19.
11.Μυριβήλη Στρ.,ό.π.,σελ.187.
12.Εγγονόπουλος Ν..Ατλαντικός,σ.80,Γλώσσα Ε΄Δημοτικού.
13.Εγγονόπουλος Ν.,ό.π.,σελ.81
14.Εγγονόπουλος Ν.,ό.π.σελ.81.
15.Τριβιζάς Ευγ., «Η πολύ λαίμαργη φάλαινα που έφαγε τη θάλασσα», Γλώσσα Ε΄Δημοτικού ,Εκδόσεις Κέδρος,σ.91.
16.Τριβιζάς Ευγ.,ό.π.σελ.92.
17.Τριβιζάς Ευγ,ό.π.σελ.93.
18.Αρτζανίδου Έλ. ,Στο μισό του ουρανού, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη,2000,σ.95-97.
19.Κόντογλου Φ., «Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες», Βιβλιοπωλείο της Εστίας.


Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η Λίτσα Χαραλάμπους, έγραψε για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου ««Γκασταρμπάιτερ- Η οδυνηρή φυγή» της  Έλενας Αρτζανίδου
 Εκδόσεις «Manus Scripta»
Λίτσα Χαραλάμπους:Δημοσιογράφος-  Εκδότρια Εφημερίδας «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ».
                                   Ερμούπολη,30/8/2012               
                                                         
Την λέξη «γκασταρμπάιτερ» την άκουσα για πρώτη φορά πριν μερικά χρόνια παρακολουθώντας μια εκπομπή της ΕΤ 3 αφιερωμένη στον απόδημο ελληνισμό. Ανέτρεξα σε πηγές  για να πληροφορηθώ ότι «γκασταρμπάιτερ» λέγονται οι προσκεκλημένοι- φιλοξενούμενοι εργάτες. Αυτοί που έφυγαν από την Ελλάδα στο πλαίσιο  της «Σύμβασης Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις» που υπεγράφη  στις 30 Μαρτίου του 1960. Έτσι  αυτοί οι γκασταρμπάιτερ έφυγαν επισήμως να δουλέψουν στην τότε Δυτική Γερμανία σε αυτοκινητοβιομηχανίες, χυτήρια, εργοστάσια πορσελάνης και φαρμάκων. Δηλαδή στη βαριά βιομηχανία.  Η συμφωνία αυτή κράτησε για δεκαπέντε κυρίως χρόνια, μέχρι το 1975. Αυτό ήταν το ξεκίνημα της πιο έντονης μετανάστευσης των Ελλήνων, που βιώθηκε όσο καμία άλλη. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της.
Έτσι, η υπογραφή της Ελληνογερμανικής Σύμβασης, αποτέλεσε μία «μεγάλη ευκαιρία» για χιλιάδες Έλληνες. Τότε,  το 90% των  Ελλήνων  από τη Βόρειο Ελλάδα έφευγε για να δουλέψει στις φάμπρικες της Γερμανίας. Έπαιρνε το δρόμο της ξενιτιάς κυνηγώντας το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
  Η λέξη «Γκασταρμπάιτερ» ακόμη και σήμερα πληγώνει ως λέξη υποτιμητική που παραπέμπει σε σκηνές  από το σκλαβοπάζαρο στην Αφρική, όπου στέκονται οι σκλάβοι στη σειρά και έρχονται τα αφεντικά, τους εξετάζουν και λένε: «Θα πάρω αυτόν και αυτόν». Δανείζομαι από την εκπομπή του Στέλιου Κούλογλου «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» την αφιερωμένη στους Γκασταρμπάιτερ,  το ρεπορτάζ που καταγράφει ότι τότε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε δηλώσει ότι «Η μετανάστευση είναι ευλογία Θεού δια τον τόπο». Έτσι άρχισε η μεγάλη έξοδος με 400.000 «τεμάχια» εργάτες όπως τους χαρακτήριζαν οι Γερμανοί εργοδότες.
 Διαβάζοντας το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου, εικόνες σαν από ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία πέρασαν από το μυαλό μου και βούρκωσα πολλές φορές.  Αθέλητα κι αυθόρμητα σταματούσα  κάνοντας συγκρίσεις της Βόρειας και Ηπειρωτικής Ελλάδας με τη Νησιωτική, τη δεκαετία του ‘60. 
  Στην οικογένειά μου βίωσα και τις δυο πλευρές. Η αδελφή μου μετανάστευσε στη Γερμανία ακολουθώντας τον δάσκαλο σύζυγό της, ο οποίος δίδασκε τα ελληνόπουλα του Νταχάου στη Γερμανία. Από τα τρία παιδιά της το ένα τελείωσε Γερμανική Φιλολογία.
Ο αδελφός μου μπάρκαρε στα καράβια χωρίς να του αρέσει  η δουλειά του ναυτικού.
  Η ξενιτιά είναι παντού η ίδια. Όπως και η φτώχια και η ανεργία που φέρνει την απόγνωση. Η εικόνα των γυναικών με τη βαλίτσα στο χέρι στο σταθμό του τρένου  που χαιρετούσαν τους άνδρες τους, αφήνοντας πίσω τα παιδιά τους -αφού οι Γερμανοί προτιμούσαν γυναίκες  στις φάμπρικες της κλωστοϋφαντουργίας καθώς τα χέρια τους ήταν πιο λεπτά και επιδέξια απ’ αυτά των ανδρών- ήταν η ίδια με την εικόνα των ανδρών εδώ στα νησιά. Των ανδρών, που με τη βαλίτσα στο χέρι, στο λιμάνι χαιρετούσαν γυναίκες και παιδιά για να μπαρκάρουν σε σαπιοκάραβα, χωρίς να ξέρουν πότε και αν θα γυρίσουν πίσω.   
  Κι αν στα γραφεία  Μεταναστεύσεως στη Βόρεια Ελλάδα ή την Ήπειρο οι ουρές ήταν ατελείωτες, προκειμένου να τους «εγκρίνουν»  για μετανάστευση στη Γερμανία, τις ίδιες ουρές σχημάτιζαν και οι νησιώτες στην Ακτή Μιαούλη  στον Πειραιά, έξω από τις ναυτιλιακές εταιρείες, για να βρουν μια οποιαδήποτε θέση στα εμπορικά πλοία.
  Πανομοιότυπες ήταν οι τραγικές σκηνές του αποχωρισμού με τα ανδρόγυνα να χωρίζουν και τα παιδιά να μένουν πίσω. Κι όπως οι μετανάστες δεν γνώριζαν τι θα συναντήσουν στο νέο τόπο, το ίδιο και οι ναυτικοί που πήγαιναν στη θάλασσα αφού δεν είχαν άλλη επιλογή για να ζήσουν. Κι ήταν παιδιά 17 χρόνων αυτά που μπάρκαραν και φορτώνονταν στην πλάτη το βάρος  επιβίωσης μιας οικογένειας.   Κινδύνευε η ζωή τους, γιατί στα πλοία τότε οι συνθήκες ναυσιπλοΐας ήταν απλά δραματικές και δεν ήταν λίγες οι φορές που το μαντάτο του ναυαγίου ή ο θάνατος του ναυτικού σε πλοίο έντυνε στα μαύρα όλο το νησί.  
  Είναι αλήθεια. Εμείς εδώ στα νησιά  δεν γνωρίζουμε  τι είναι οι «γκασταρμπάιτερ».  Όμως γνωρίζουμε τι θα πει ξενιτιά. Διόλου τυχαίο ότι το 1960 ιδρύθηκε στη Σύρο η Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού. Αυτή που θα φιλοξενούσε τους αυριανούς  πλοιάρχους, ενώ λειτουργούσε και Σχολή Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού. Γιατί δεν υπήρχε άλλος δρόμος για το νησί. Αρκεί να σας πω ότι ο συνολικός αριθμός των εν ενεργεία ελλήνων ναυτικών στην Ελλάδα τη δεκαετία 1960-1970 ήταν περίπου 65.000.
 Η ξενιτιά  είναι πόνος αβάσταχτος  και όλοι κουβαλάμε τέτοια βιώματα που παρουσιάζονται στο βιβλίο. 
Αν η πρωταγωνίστρια μετανάστρια αγωνίζεται μόνη για την φροντίδα κι εκπαίδευση του παιδιού της, κι αν ζει για μήνες χωρίς ένα μήνυμα από τον αγαπημένο της κι όμως παλεύει, τον ίδιο αγώνα έκανε και η ηρωίδα μάνα και γυναίκα του ναυτικού εδώ στα νησιά. Φρόντιζε τα παιδιά της και ζούσε μήνες χωρίς καμιά επικοινωνία, ενώ πολλές φορές τα χρήματα που έστελνε ο σύζυγος δεν αρκούσαν και αναγκαζόταν να δουλεύει.
   Όπως η κόρη της ηρωίδας του βιβλίου ζούσε με τη νοσταλγία του πατέρα έτσι και το παιδί  του ναυτικού. Ένιωθε τον πατέρα  να λειτουργεί ως εικόνα αφηρημένη. Μια ιδέα, μια φωτογραφία στο τραπέζι, μια νυφική φωτογραφία στον τοίχο. Τα παιδιά ήξεραν ότι είναι ζωντανός κάπου στην θάλασσα και
προσεύχονταν για εκείνον. Γι αυτό και στις δυο περιπτώσεις της ξενιτιάς η μητέρα είναι φιγούρα ηρωική. Αυτή φροντίζει για τα πάντα. Μόνη στις αρρώστιες, στις δύσκολες ώρες, πατέρας και μητέρα μαζί αλλά δεν το βάζει κάτω. Προχωρά με το κεφάλι ψηλά. Ωραία, γενναία και υπερήφανη. Φιγούρα που κουβαλάμε όλοι. 
  Αν τα γλέντια με ούζο και ελιά, όπως περιγράφει γλαφυρά  η συγγραφέας με τα τραγούδια του βάρδου της ξενιτιάς Στέλιου Καζαντζίδη, που η πρωταγωνίστρια Αντωνία  πήρε μαζί της για να τ’ ακούει τις ώρες της μοναξιάς, ήταν μικρή σπίθα παρηγοριάς τραγουδώντας: ««Μανούλα θα φύγω μη κλάψεις για μένα… ποτέ το παιδί σου δεν είδε χαρά και φεύγει για πάντα στα ξένα…». … Ο Στέλιος Καζαντζίδης ήταν  αυτός ο οποίος εκτόνωνε το καημό του ναυτικού που όργωνε τις θάλασσες...   «νέοι και γέροι ναυτικοί της θάλασσας λιοντάρια/ σαν τα θεριά παλεύετε μες τα βαριά καράβια .. Στου καθενός το πρόσωπο είναι ζωγραφισμένη/ η νοσταλγία και ο καημός για την αγαπημένη / και για τη μάνα τη γλυκιά που πάντα περιμένει….
  Βίοι παράλληλοι, λοιπόν. Γιατί η ελπίδα του γυρισμού, είτε στις Φάμπρικες της Γερμανίας είτε στα καράβια του Ατλαντικού Ωκεανού έκαιγε σαν καντήλι αναμμένο στην ψυχή του ξενιτεμένου, δίνοντάς του δύναμη να παλεύει και να ξεπερνά όλα όσα του έτυχαν στο δρόμο της επιστροφής. Σαν τον Οδυσσέα μέχρι να δει «Καπνόν αποθρώσκοντα της Ιθάκης»: ακόμα και τον καπνό της πατρίδας του να δει από μακριά (κι ας πεθάνει).
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Διαβάζοντας την ιστορία της Έλενας είδα όλες αυτές τις ιστορίες να συγκεντρώνονται σε αυτό το βιβλίο, «Η οδυνηρή φυγή». Αποτυπώνει  μια εποχή σκληρή και γι’ αυτό πραγματική. Υπάρχουν κεφάλαια με εκφραστικές, συγκινητικές, γήινες και λιτές εικόνες  που δίνουν το μέτρο του ανθρώπινου μόχθου σε μια Ελλάδα που αλλάζει. Παρατηρώντας τα πρόσωπα των ανθρώπων, τον κόπο τους, τον αγώνα τους  αποκόμιζα την ολοζώντανη εικόνα μιας κοινωνίας σε μεταβατικό στάδιο.
  Η συγγραφέας στήνει ένα ρεαλιστικό στόρι με αληθινούς ήρωες και καταφέρνει από τις πρώτες κιόλας σελίδες να περάσει συναισθήματα που θα υπάρχουν πάντα. Φιλία, υπομονή, επιμονή, πίστη, ελπίδα, έρωτας, φόβος, ψυχολογική βία, ρατσισμός, πολιτικές αναταράξεις φανερώνονται  με εντιμότητα και χωρίς ταμπού.  
Η Έλενα Αρτζανίδου μεταδίδει με τρόπο μοναδικό ότι η μετανάστευση είναι για μια χώρα, ό,τι είναι η αιμορραγία για το ανθρώπινο σώμα. Η αφαίμαξη αυτή, που άρχισε στην πατρίδα μας στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν έγκειται τόσο στα ποσοτικά μεγέθη, όσο στο ότι αυτοί που ξενιτεύτηκαν ανήκαν, κυρίως, στα νιάτα, δηλαδή, στον ενεργό πληθυσμό της Ελλάδας. Ερήμωναν χωριά και έμεναν πίσω οι γέροντες με τα εγγόνια.
Καημός δυσβάσταχτος η ξενιτιά, έκανε πολλές ελληνικές οικογένειες από όλα, τα μέρη της Ελλάδας, κομμάτια. Μέγα παράπονο για τους γονιούς και, κυρίως, για τη μάνα, να χάνει το παιδί της.
  Παλαιότερα, το ταξίδι για μακρινά μέρη διαρκούσε πολύ, τα μέσα και οι τρόποι επικοινωνίας ήταν ελάχιστα, κι αυτό έκανε τον πόνο απερίγραπτο. Μόνο ένα γράμμα έφτανε κάπου – κάπου, κι αυτό αποτελούσε το μοναδικό σημείο επαφής με τα αγαπημένα πρόσωπα στην ξενιτιά, γι’ αυτό και ο ταχυδρόμος έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ελληνική περιφέρεια.
   Γονείς δεν γνώρισαν τις συζύγους των παιδιών τους, ούτε αγκάλιασαν ποτέ τα εγγόνια τους. Αδέλφια, μέχρι και σήμερα, έχουν να ανταμώσουν 40 ή και 50 χρόνια. Πολλοί από τους ξενιτεμένους δεν γύρισαν ποτέ και θάφτηκαν σε ξένο χώμα καθώς η ξενιτιά, σαν άλλη Κίρκη, τους κράτησε, για πάντα, κοντά της.
  Το Βιβλίο «Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή» είναι το καλό γράφημα που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Καλοδομημένο και ενδιαφέρον, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη. Με λόγο λιτό, μεστό, χωρίς υπερβολικά  στολίδια και λογοτεχνικές εξάρσεις. Με αμεσότητα και ειλικρίνεια, χωρίς πολυλογία, είναι η μετουσίωση που απαιτεί τις επιστροφές της. Την αναπαράστασή της. Μήπως, άλλωστε, για την Έλενα αυτά δεν είναι το χώμα που πατάει; 
  Αξίζει να το διαβάσετε  για δυο λόγους. Γιατί πρόκειται για μια εμπειρία κοινή, που επαναλαμβάνεται απίστευτα στην εποχή μας και αφορά  όλους εκείνους τους νέους που, αφήνοντας πίσω τους τη πατρίδα, αναγκάστηκαν να ξαναμάθουν να συλλαβίζουν τον κόσμο, ξεριζωμένοι. Και γιατί αξίζει να απολαύσετε το πόνημα  μιας εξαιρετικής συγγραφέα  που η επαγγελματική της πορεία, η τριβή με την επικαιρότητα και η δημιουργική της φαντασία την έχει καταξιώσει σε έναν δύσκολο και απαιτητικό χώρο.
   Κλείνοντας εύχομαι από καρδιάς στην Έλενα Αρτζανίδου, το βιβλίο της να συνεχίσει να ‘ναι καλοτάξιδο και να συνεχίσει να ανοίγεται  στη θαυμάσια περιπέτεια της γραφής.  Είναι βέβαιο ότι αυτή η  ιδιαίτερη σχέση της  με το λόγο, που απλώνει έξω από τα όρια του «ιδιωτικού», ολοένα  και περισσότερο θα γίνεται ανοιχτή, ευρύχωρη και χρήσιμη για μας τους μεγάλους και τόσο ονειρική για τα παιδιά. 



Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

"90 χρόνια Σμύρνη" στο Θέατρο Απόλλων στην Ερμούπολη Σύρου.


29 Αυγούστου 2012 στο Θέατρο Απόλλων στην Ερμούπολη της Σύρου, σε αυτό το στολίδι της Ελλάδας,ο Σύλλογος Μικρασιατών Ερμούπολης οργάνωσε μια βραδιά μνήμης για τη Σμύρνη, με το έργο του Α.Κουγιουμτζή και Πυθαγόρα.
 Οι αλησμόνητες πατρίδες είναι στην καρδιά κάθε Έλληνα που ξέρει να αγαπά,να θυμάται,να πονά,να αισθάνεται,να ελπίζει στο μέλλον.Σε αυτή τη μοναδική,συγκινητική ,άρτια θεατρικομουσική βραδιά είχα την τιμή και χαρά να παραβρεθώ. Τα συναισθήματα που φιλώ μέσα μου για τις αλησμόνητες πατρίδες μόνο άσβεστη μνήμη μου γεννούν για όλους αυτούς που είτε άφησαν εκεί τα κόκαλά τους είτε διώχτηκαν βίαια και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς με πόνο και μόνιμη νοσταλγία μέχρι το τέλος της ζωής τους για την πατρίδα που άφησαν δίχως κανείς να τους ρωτήσει.
 "Τα παλικάρια από το Αϊβαλί" μαζί με το "Τι να θυμηθώ,τι να ξεχάσω", προκάλεσαν την έκρηξη και τα δάκρυα μούσκεψαν το πρόσωπο, όταν το κείμενο από τον εγγονό του κ.Βόικου, ακούστηκε "Ποια είναι η δική μου Σμύρνη".
 Η σκηνοθεσία του Γιάννη Δεσύπρη, μαζί με όλους τους συντελεστές ήταν εξαιρετική.
 Μουσικοί,τραγουδιστές και ηθοποιοί προκάλεσαν το χειροκρότημα και τα βωβά δάκρυα της κατάμεστης αίθουσας.

http://youtu.be/bXi2SvJkT2o

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Σκοτάδι στο τούνελ,Έλενα Αρτζανίδου-Εντευκτήριο Μάρτιος 2007.


Το Διήγημα «Σκοτάδι στο τούνελ», δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο αριθ.76,Μάρτιος 2007
Την ίδια περίοδο δούλευα το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή",μόνο που με πήρε τρία χρόνια.

Σκοτάδι στο τούνελ.
Φτάνω στο Σιδηροδρομικό σταθμό νωρίς το πρωί. Με το σακίδιο στον ώμο προχωρώ προς το εκδοτήριο εισιτηρίων. Μπροστά μου υπάρχουν αρκετοί ταξιδιώτες  που περιμένουν στη σειρά. Βγάζω ένα στριφτό και το ανάβω. Ρουφώ τον καπνό με πείσμα και πνίγομαι στο ποτήρι της θλίψης μου.
« Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματά, γαμώτο μου;
 Γιατί αυτή; Γιατί δεν πρόσεξε το καταραμένο ταξί; Και αυτό πως δεν την είδε; Γιατί προσπέρασες πανάθεμά σε και μάλιστα τρέχοντας δαιμονισμένα. Ολόκληρη γυναίκα δεν την είδες; Δεν μπόρεσες να αντιδράσεις; Την πέταξες σαν σακί, έτσι μου είπε ο περιπτεράς: « Κωστή μου, τη σήκωσε ψηλά και την άδειασε στα πενήντα μέτρα».
Γυναίκα της δύναμης, ψηλή, πάει, αυτό ήταν ως εδώ. Παναγιά μου, πως το επέτρεψες; Θα τρελαθώ. Θα σαλέψω και θα…
« Παρακαλώ, πού πηγαίνετε;»
« Πέρα από τα σκοτάδια και μέσα στη χοάνη του βουνού, εκεί πηγαίνω».
«Δεν άκουσα; Απλό ή με επιστροφή; Και επιτέλους, ποιος είναι ο προορισμός σας;»
 Επιστροφή; Όχι. Ποιος να με περιμένει και γιατί; Ο πατέρας, αυτός  που μας παράτησε κοντά τρία χρόνια τώρα; Ο πνιγμένος στο αλκοόλ, που μας βαρέθηκε και προτίμησε να ζήσει όπως γούσταρε μέσα στα μπαρ; Ο ανύπαρκτος, που από προχθές εμφανίστηκε στο τσαρδί του συντετριμμένος να μαζέψει τα γονίδιά του; Να στηρίξει τα παιδιά του;
« Τελικά θα μου πείτε σε ποια πόλη θα κατέβετε; Περιμένει κόσμος και το τρένο αναχωρεί σε πέντε λεπτά».
 Στην πύρινη κόλαση θα κατέβω, μόνο που και εκεί, με αυτή τη μούρη και τη μαυρίλα, αμφιβάλλω αν θα γίνω δεκτός. Κανείς από σήμερα δεν πρόκειται να με αγκαλιάσει. Όχι όχι, πίσω δε γυρίζω…
« Για Αθήνα, μισό και σας είπα δίχως επιστροφή».
 Επιστροφή. Η τελευταία λέξη που βγήκε από τα μοναδικά της χείλη. Να δεις που πάνω μου το’πε; Ναι, ήταν τον προηγούμενο μήνα που ήμουν σε άδεια. Την ώρα που ετοιμαζόμουν να φύγω για τη μετάθεση στο ακριτικό νησί με έκλεισε στην αγκαλιάς της, μου χάρισε μυρωδάτο φιλί και καθώς τα μάτια της συνάντησαν τα δικά μου την άκουσα να μου λέει:
« Στο καλό, Κωστή μου, και να μου προσέχεις. Να είσαι καλός με τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις και σαν επιστρέψεις με το καλό, να δεις που οι δυο μας θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τη ζωή όλων μας».
« Ορίστε, το εισιτήριό σας μόνο βιαστείτε. Το τρένο βρίσκετε στην αποβάθρα αριθμός τρία».
Σύμπτωση ή μοίρα, να μη με αποχαιρετάει κανείς. Δε με πείραξε τότε που δεν ήρθες, έπρεπε να είσαι στη δουλειά σου, όμως τώρα που δε σε έχω κοντά μου νιώθω μια μαχαιρά να με ξεσκίζει, να με πονάει και να αιμορραγώ. Δυστυχώς, δεν είσαι εδώ γιατί με παράτησες οριστικά.
 Βαγόνι αριθμός πέντε, θέση δέκα τρία, καπνίζοντες. Μάλιστα και τώρα φυγή με το μουντζούρη.
« Φαντάρος; Και εγώ. Πηγαίνω να παρουσιαστώ στην Αυλώνα. Εσύ για πού κατηφορίζεις; Πέρα από το αυλάκι;»
« Σύμη, μετράω μέρες να απολυθώ».
« Κατά που πέφτει; Περνάει από εκεί το τρένο;»
« Δωδεκάνησα. Θα πάρω πλοίο από τον Πειραιά, όμως κόφτο τώρα μικρέ, δεν είμαι και στην καλύτερή μου φάση».
Εσύ μου έλειπες τώρα γκάβακα. Σε άλλες εποχές, στραβάδι, θα σου έλεγα το ποίημα, έλα όμως που σε λυπάμαι. Πολίτης, αγόρι μου,  μεγάλη μαγκιά. Πολίτης και σε ενενήντα παρά μία μέρες. Τι ειρωνεία! Μέχρι προχθές, αδημονούσα να περάσουν, χαιρόμουν που θα άρχιζα μια καινούργια ζωή. Όνειρα όνειρα… Να, που όλα ήρθαν τούμπα και είμαι χαμένος και πνιγμένος στη χολή. Μέρες πριν ήμουν ανακουφισμένος και έλεγα πάνε τα δράματα και οι καυγάδες. Θα γυρίσω και θα είμαστε όλοι μαζί καλά. Ανακουφίστηκα όταν ο γέρος τα μάζεψε και τότε σε είδα να γλυκαίνεις, να τραγουδάς και πάλι, όταν έφτανες κομμάτια από τη δουλειά, αδιαφορώντας για τα πόσα σε περίμεναν στο σπίτι και πολύ περισσότερο πόσοι περίμεναν από εσένα.
« Μόλις, Κωστή μου, απολυθείς θα ανοίξεις το μηχανουργείο θα σε βοηθήσω και εγώ με κάτι λεφτά που περίσσεψα. Μαζί θα τα βολέψουμε, μέχρι να τελειώσει και ο Πέτρος το σχολείο και αν πάει παρακάτω καλώς αλλιώς φαντάρος και μετά μαζί σου. Όμως, παλικάρι μου, για τη μικρή έχω όνειρα και σου λέω δεν πρόκειται να αφήσουμε να της λείψει τίποτε».
 Τίποτε είπες μάνα, και όμως πρώτη εσύ πάτησες το λόγο σου. Υποσχέσεις και ελπίδες που δεν τήρησες. Και τώρα τι πρέπει να κάνω που είμαι μόνος; Τι να της πω και τι να εξηγήσω, μάνα μου λες; Ξημέρωμα, λίγο πριν φύγω, πετάχτηκε όρθια, με αγκάλιασε, μου έσφιξε το λαιμό και φώναξε: «Μη με παρατάς μόνη. Κωστή, που με αφήνεις;»
 Και εγώ, χάιδεψα τα σγουρά σαν καρούλια μαλλιά της, της φίλησα το μέτωπο όπως έκανες και εσύ και της ψιθύρισα  πως δε θα είναι μόνη, θα έχει κοντά το μπαμπά, τον Πέτρο, και σύντομα θα είμαι και εγώ μαζί τους. Θα είμαστε και πάλι… Εδώ δαγκώθηκα και δε συνέχισα. Όλοι μαζί, ήθελα να της πω, αλλά ψέματα, ποτέ δε θα’μαστε μαζί όπως και ποτέ δεν υπήρξαμε.
« Λοχαγέ, μου σώθηκαν τα τσιγάρα και από ότι βλέπω εσύ φουμάρεις στριφτό. Κρίμα, καρντάσι, και δεν τα γουστάρω. Χρειάζεσαι κάτι; Θα πάω στο κυλικείο».
 Πολύ σοφά θα κάνεις άλλωστε μου αρέσει να τα στρίβω και αυτό θα κάνω αμέσως τώρα. Θα καπνίσω και θα μαυρίσω μέχρι να ξεχάσω. Κοίτα να δεις, το άτιμο, μια τζούρα και με έστειλε, το ευλογημένο. Γιατρικό είναι μάνα και ας μουρμούριζες από πάνω μου. « Φτάνει βρε αγόρι μου. Κόψτο το πικρολουσμένο. Πήγες πήγες, σε εκείνον τον πατέρα σου, το θολωμένο στον καπνό έμοιασες. Ας είναι, τουλάχιστον περιόρισέ το, βρε ψυχή μου».
Άκουσε με μάνα, σου υπόσχομαι από σήμερα να το διπλασιάσω και πολύ περισσότερο, μόλις φτάσω στο νησί, να του δώσω να καταλάβει. Σου ορκίζομαι μάνα, μόλις πατήσω το πόδι μου στο λιμάνι να παρουσιαστώ στο Διοικητή. Θα ζητήσω, μάνα, να με βάλει στο νούμερο δύο- τέσσερις για όλες τις μέρες που μου απομένουν. Ξέρω, δε θα μου αρνηθεί και εγώ τότε μόλις το κορμί μου βρεθεί ανάμεσα στο βράχο και τα αστέρια, την ώρα της σκοπιάς, τότε θα σου μιλώ και θα φουμάρω το ένα πίσω από τ’άλλο, για να με βλέπεις από ψηλά μαζί και τον καπνό. Είμαι βέβαιος, μαμά, πως θα θελήσεις να κατέβεις, για να με μαλώσεις, όμως δε θα μπορείς και εγώ πια δε θα προσέχω ούτε την υγεία μου ούτε και τις παρέες μου και επιτέλους δε θα σε έχω μέσα στο αυτί να μου φωνάζεις: «Πρόσεχε, Κωστή, πρόσεχε».
Εσύ που όλα τα ζύγιζες και για όλα είχες άποψη, μου λες γιατί δεν πρόσεξες; Πώς πέρασες μπροστά  από το λεωφορείο δίχως να κοιτάξεις; Απάντησε μου. Τον Πέτρο; Τη μικρή;  Ποιος θα τους προσέξει, μου λες; Και εμένα; Εμένα με σκέφτηκες; Ποιος θα με παρηγορεί και θα με ανεβάζει στις μαύρες μου; Μόνος τώρα, μου λες, πως θα προχωρήσω; Μαμά, η ανάσα μου σώνεται. Μαμά πνίγομαι. Γλυκιά μου, τα μάτια μου καίνε. Μητέρα, νιώθω κουρασμένος. Θέλω να πέσω κάτω να κουλουριαστώ. Να, τώρα που είναι σκοτεινά, είναι η ευκαιρία. Τώρα, που περνάμε μέσα από τα τούνελ θα ξαπλώσω, και εσύ, μαμά, έλα κοντά μου, μη φοβάσαι, δε θα αφήσω κανέναν να σε πατήσει. Θα βάλω το σώμα μου για ασπίδα. Τρεις ώρες μείνανε, μάνα, μέχρι την Αθήνα, μην το σκέφτεσαι και σίμωσε, μετά έχεις το λόγο μου, θα σε αφήσω για πάντα. Έλα, μη σε φοβίζει που το βαγόνι είναι πνιγμένο στον καπνό και στις ανάσες, εδώ χάμω θα είναι σαν να’μαστε στο σπίτι μας. Κοίτα, ξάπλωσα και αδιαφορώ που με κοιτούν. Κυλιέμαι,  μάνα. Μαμά, που πήγες;
Σκοτάδι. Μπήκαμε και πάλι σε τούνελ, όταν θα βγούμε ξέρω πως θα είσαι εδώ σιμά μου. Υποσχέσου μου, αλλιώς μάνα, θα κλάψω μπροστά σε όλους. Μάνα! Φως. Πάει, έμεινε πίσω το τούνελ. Μάνα, είσαι εσύ; Μάνααα…




Πέμπτη 30/8/2012,στη Δημοτική βιβλιοθήκη της
Ερμούπολης και ώρα 8:00μ.μ,η Λίτσα Χαραλάμπους, παρουσιάζει μαζί με τη συγγραφέα Έλενα Αρτζανίδου το βιβλίο της "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή"Manuς Scripta.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Στην Ερμούπολη της Σύρου,30/8,κλείνει ο α΄κύκλος παρουσίασης του "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή'.


Το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου «Γκασταρμπάιτερ: η οδυνηρή φυγή» θα παρουσιαστεί στη Δημοτική Βιβλιοθήκη , την Πέμπτη 30 Αυγούστου στις 8:00 μ.μ.
Ένα βιβλίο ανησυχητικά επίκαιρο παράλληλα όμως και αισιόδοξο, που καταγράφει πραγματικά γεγονότα μέσα από τα βιώματα της συγγραφέως αλλά κα χιλιάδων 
μεταναστών. 
Η παρουσίασή του θα γίνει από τη δημοσιογράφο Λίτσα Χαραλάμπους και την ί-δια τη συγγραφέα. 
Τη συζήτηση θα συντονίσει ο φιλόλογος Ανδρέας Τζίνης και αποσπάσματα θα διαβάσει η δικηγόρος Μαρία Κρόντη




Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Φτάνοντας στη Σύμη, μνήμες από καλοκαιρινές διακοπές στο νησί ζωντάνεψαν.

Μεσημέρι και το καράβι μπήκε στο Γιαλό και αμέσως με είδα ξανά εκεί.Δεν ήταν η πρώτη φορά.Έντεκα επισκέψεις.Δυο μονοήμερες,μια διήμερη Φθινοπωρινή,δυο τριήμερες και οι υπόλοιπες με βρήκαν καλοκαίρι για δεκαπέντε μέρες στο νησί της Καλής Στράτας με τα 500 σκαλοπάτια που τα συντροφεύουν δίπατα και τρίπατα αρχοντικά, αλλά και χαλατά που σε οδηγούν στην Άνω Σύμη με την όμορφη πλατεία, μέχρι την εκκλησιά της  Παναγιάς.

Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Πρωί και το Δωδεκάνησος Seaways,Παναγία Σκιαδενή, έπιασε πρώτα στον Πανορμίτη,στον Ταξιάρχη Μιχαήλ,ένα μοναδικής ομορφιάς μοναστήρι με το ξυλόγλυπτο τέμπλο.Άνθρωποι κάθε ηλικίας, αλλά και εθνικότητας, περίμεναν σιωπηλοί για να μπουν,να προσκυνήσουν την εικόνα του και να ανάψουν ένα κερί.Κοντά και εγώ προσκυνώ τη Χάρη του.
Μια ώρα αργότερα μπήκαμε στο λιμάνι της Σύμης και όλα ξαναγεννήθηκαν από την αρχή.Η πρώτη μου γνωριμία με το νησί έγινε τον Απρίλο 1988. Πρωτοδιορισμένη τότε στη Ρόδο, και η άνοιξη με οδήγησε να πάρω το καΐκι για το μοναδικό βράχο.Εντυπωσιάστηκα και ευχήθηκα να μπορέσω κάποτε να μείνω περισσότερο. Χρειάστηκαν να περάσουν οχτώ χρόνια,να έχω φύγει από τα Δωδεκάνησα και 1996 βρέθηκα με παρέα γύρω μου για τρεις μέρες.Τότε ήταν που γνώρισα και το μοναδικό Φεστιβάλ της Σύμης.Για τα επόμενα επτά καλοκαίρια οι διακοπές μοιράζονταν μεταξύ Ρόδου και Σύμης και ήταν τότε που είχε ξυπνήσει το μεράκι της γραφής και σε ένα δώμα,σπίτι φίλων που για όλα αυτά τα χρόναι με φιλοξένησε,πάνω από το  ιστορικό ξενοδοχείο τότε 'Κατερινέτες',ιστορικό μιας και εκεί υπογράφηκε η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την υπόλοιπη Ελλάδα,έγραψα το "Μισό του Ουρανού, εκδ.Πατάκη.Δέκα χρόνια μετά και θα επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Βιβλιόφωνο...
Το καράβι καθώς δένει σφυρίζει και επανέρχομαι στο σήμερα.Κατεβαίνω και περπατώ περνώντας κάτω από το αστυνομικό κτίριο και μόλις φτάνω στο Νηρέα σταματώ.Είναι το ξενοδοχείο που η παρέα μας προτιμούσαμε για καφέ και βουτιά.Αποφασίζω να κάνω και σήμερα το ίδιο. Ο διπλός καφές και η μαγεία του βράχο με πηγαίνουν πίσω στα υπέροχα βράδια που ζήσαμε στο Φεστιβάλ.
Βραδιές πιάνου,κινηματογραφικής λέσχης, μουσικών σχημάτων οργανωμένα από τον αλησμόνητο Γιάννη Διακογιάννη, και των φίλων του που υποστήριξαν το όνειρό του. Η γνωριμία μαζί του με έφερε κοντά σε όλο αυτό το πολιτιστικό γεγονός  και κάτι ελάχιστο όταν μου ζητήθηκε προσέφερα.Μια γουλιά ακόμη και θυμάμαι την συμμετοχή μου στο Φεστιβάλ.
Η πρώτη συμμετοχή μου ήταν κάπου εκεί στο 2000.Κάτω από το μοναδικό ρολόι του Αι Γιάννη, με αφορμή το βιβλίο ¨Στο μισό του Ουρανού",που διαδραματίζεται στη Σύμη και ο Γιάννης Διακογιάννης,να μου τηλεφωνεί για να μου πει πως δεν μπορεί να παρευρεθεί, αλλά πως είναι σίγουρος για την επιτυχία της βραδιάς.Είχε δίκιο.
Η δεύτερη έγινε με αφορμή το "Το ταξίδι των κύκνων "εκδ.Διάπλαση, μόνο που αυτό ήταν αφιερωμένο στο Γιάννη, που μας άφησε κάποιους μήνες πριν και ταξίδεψε για άλλου.
Μελαγχολώ και στρέφω το βλέμμα στην Ευαγγελίστρια και αμέσως η εικόνα από δυο15Αύγουστους που πέρασα κοντά της, αλλάζει τη διάθεση μου και η ματιά μου ζωντανεύει.
Η βουτιά στα βαθιά γαλανά νερά αμέσως μετά τονώνει το κορμί και στην επόμενη γουλιά αναλογίζομαι πόσοι φίλοι από τη Θεσσαλονίκη δεν ήρθαμε σε αυτόν τον τόπο.Πόσες πολλές μέρες δε δροσιστήκαμε στα παγωμένα νερά της Αγ.Μαρίνας και του Αγ.Γιώργη.Πόσες βουτιές ανάμεσα στις βάρκες,εκεί στα μοναδικά σκαλάκια,που σήμερα μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Αλλά και πόσες φορές δεν μπήκαμε στη βάρκα ακολουθώντας τους άντρες της παρέας που βουτούσαν για ψαροντούφεκο και εμείς στα εύκολα που λέγεται κολύμπι και ηλιοθεραπεία και ας ήταν και σε ένα βράχο.
Το κουδούνισμα του κινητού με συνεφέρει.Μια γνώριμη φωνή διπλασιάζει την χαρά μου.Η συνάντησή μας είναι σύντομη, αλλά με την Ειρήνη Γαζή, κάθε φορά που ανταμώνουμε, συνήθως στο νησί,έχουμε να κουβεντιάσουμε πολλά και πάντα μοιάζει σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που έχουμε να βρεθούμε.
Η ώρα κυλά και δυστυχώς πρέπει να φύγω, ενώ ξέρω πως στη μνήμη κουβαλώ και άλλα πολλά που έζησα,και όσα  έγραψα εδώ και γίνηκαν βιβλία. Μαζί μου πάντα τόσοι και τόσες που βρεθήκαμε,πίνοντας κρασί,ψήνοντας τα ψάρια του ψαροντουφεκά, τρώγοντας γαριδάκι.
Αλλά και πόσα βιβλία δεν πέρασαν από τα χέρια μας.Μεσημέρι και βράδυ μας κράτησαν συντροφιά,μας αναστάτωσαν, γεννήσανε το δάκρυ και όλα αυτά κάτω από το μοναδικό ήχο,αυτών από τα κατάρτια στο Μόλο που έτριζαν καθώς ερωτοτροπούσαν αγγίζοντας το ένα τ΄άλλο.
Δεύτερο σφύριγμα και τρέχω να προλάβω.Μια αγκαλιά στη φίλη και μια υπόσχεση πως θα ξανάρθω στο νησί με τα διάσημα κάποτε Καρνάγια και τους σπουδαίου σφουγγαράδες. Και πόσα άλλα που ξέχασα και πρέπει να ματαθυμηθώ!
Το σημερινό ταξίδι τελειώνει φτάνοντας στη Ρόδο,αλλά η σχέση μου με το βράχο της Σύμης,όπως εγώ θέλω να τον βλέπω,πάντα θα συνεχίζεται.