Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Η Έλενα Αρτζανίδου γράφει στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό έντυπο diastixo, για τον "Kώδικα 99",της Γιώτας Φώτου,εκδ.Ψυχογιός.


Τρίτη, 24 Ιούλιος 2012 21:42
της Έλενας Αρτζανίδου
Μπαίνοντας στο σπίτι, οι προβληματισμοί μου σχετικά με το γρίφο και τη Ρένια πήγαν περίπατο, αφού είδα τους χθεσινούς μου φόβους να επαληθεύονται. Ο πατέρας, όπως και τις προηγούμενες τρεις μέρες, με περίμενε με ένα ποτήρι τσίπουρο στο σαλόνι, σημάδι πως πάλι δεν είχε μεροκάματο…
Κώδικας 99: ο τίτλος από μόνος του σε κάνει να αναρωτιέσαι και αμέσως σε καλεί να διαβάσεις το βιβλίο, θέλοντας να δεις και να μάθεις τι είναι αυτός ο κώδικας που απευθύνεται στο εφηβικό κοινό.
Η Γιώτα Φώτου με το νέο της νεανικό βιβλίο στήνει ένα ρεαλιστικό στόρι με αληθινούς ήρωες που βρίσκονται στο γυμνάσιο. Η συγγραφέας από τις πρώτες κιόλας σελίδες καταφέρνει να περάσει στο εφηβικό της μυθιστόρημα συμπεριφορές που τα τελευταία χρόνια αυξάνονται ανησυχητικά, καθώς και συναισθήματα που θα υπάρχουν πάντα.
Φιλία, έρωτας και εκφοβισμός μέσα από ψυχολογική βία· ρατσισμός που δεν αφορά μόνο την αλλοδαπή Αλσίρα, αλλά και τη δυσλεκτική Ρένια, προερχόμενος τόσο από συνομηλίκους, αλλά και από ενήλικους καθηγητές –όπως ο φυσικός Μπόνιας– που δεν ξέρουν ή δε θέλουν να ασχοληθούν με παιδιά με δυσκολίες – κι εδώ φανερώνεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που είναι ανίκανο να αντιδράσει, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για παιδαγωγικές προσεγγίσεις. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γνωρίζουν: στην ιστορία της Φώτου ο χαρακτήρας της φιλολόγου αντιπροσωπεύει τους εκπαιδευτικούς που θέλουν και προσφέρουν τα μέγιστα στα παιδιά με τις όποιες δυσκολίες και ιδιαιτερότητες.
Οικογένειες με οικονομικές δυσκολίες που προβληματίζουν και απασχολούν τα παιδιά, όπως τον κεντρικό ήρωα Γιάννη, αλλά και καταπιεστική συμπεριφορά γονέων σε θέματα που αφορούν την αρίστευσή τους στο σχολείο, όπως στην περίπτωση του Παπ· παιδιά με επικίνδυνη συμπεριφορά που η συγγραφέας φροντίζει να φωτίσει το οικογενειακό πλαίσιο όπου ζουν.
Στον Κώδικα 99, η Γιώτα Φώτου, γνωστή για το ταλέντο της να στήνει αληθινές και δυνατές ιστορίες με έντονη πλοκή, καταφέρνει με τη ρεαλιστική, χωρίς φτιασίδια γλώσσα της να κρατήσει μέχρι τέλους το ενδιαφέρον...

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Πικρό γλυκό λεμόνι,της Σοφίας Βόϊκου.

Μια πίκρα που μπορεί και να γίνει γλυκιά!
Με την άφιξή μου στο νησί της Ρόδου,και στο χρόνο που διαθέτω για τα αναγνώσματα που έχω επιλέξει ξεκίνησα από το πρώτο απόγευμα, στη γνωστή παραλία που μας φιλοξενεί πολλά χρόνια τώρα, το βιβλίο της Σοφίας Βόϊκου.
Λίγοι οι ελληνικοί τίτλοι που παίρνω μαζί,προτιμώ την ξένη λογοτεχνία,όμως η Βόϊκου από το πρώτο της κιόλας βιβλίο,
 "Το κόκκινο σημάδι"εκδ.Ψυχογιός,με έκανε να την προσέξω και να την διαβάσω.
Πικρό γλυκό λεμόνι το νέο της βιβλίο από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
Πίκρα από την αρχή της ιστορίας 1913 μέχρι και το τέλος που φτάνει λίγο πριν το 2000.
Πόλεμος,διχόνοια,αλληλοσπαραγμός,αιχμαλωσία,εμφύλιος και οι αγάπες να καίγονται, να διαλύονται να εξοντώνονται.
Το ιστορικό γεγονός που γίνεται η αφορμή να φτιάξει το μυθιστόρημά της η Σοφία Βόϊκου, είναι αληθινό,αφορά την αιχμαλωσία 6000 στρατιωτών και την παγίδευση τους στη Γερμανία του Κάιζερ. Μέσα από τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες της συγγραφέως, ζούμε την Ελλάδα από το 1913 να πολεμά,να διαλύεται και να αυτοκαταστρέφεται.
Η ανάγνωση του βιβλίου από την αρχή ως το τέλος πλημμυρισμένη από ανατροπές.Η ιστορία της προκαλεί τον αναγνώστη να δει την ομοιότητα με το σήμερα σε ότι αφορά τη συμπεριφορά των πολιτικών και να θυμώσει.
Οι ήρωες της ζωντανοί περνούν μέσα από τη φωτιά της ζωής, του έρωτα και του πολιτικού διχασμού.Η Βόϊκου δεν παίρνει θεση απλά καταφέρνει και εξιστορεί από απόσταση επιτρέποντας τον αναγνώστη να δει και να αποφασίσει ο ίδιος.
Το Πικρό γλυκό λεμόνι, είναι ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί από όλους μας  μιας και η ιστορία μας τελικά έχει πολλά σκοτεινά σημεία που μέσα από τέτοια βιβλία φωτίζονται, γίνονται γνωστά και κυρίως καταφέρνουν να μας προβληματίσουν.
Μακάρι μαθαίνοντας από τα ιστορικά μας λάθη να μην τα επαναλαμβάναμε.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

O Αντρέας Καρακίτσιος, καθηγητής Λογοτεχνίας στην Παιδαγωγική Σχολή ΑΠΘ, γράφει για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Αντρέας Καρακίτσιος Καθηγητής Λογοτεχνίας ΑΠΘ
Η Έλενα Αρτζανίδου είναι μια καθιερωμένη και καταξιωμένη συγγραφέας στο χώρο της παιδικής πεζογραφίας. Το μαρτυρούν τα 35 και πλέον βιβλία της που κυκλοφορούν εδώ και μερικά χρόνια. Το μυθιστόρημά της με τον ερεθιστικό τίτλο, Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή και με τον υπαινικτικό υπότιτλο Αληθινή ιστορία και με το ελκυστικό εξώφυλλο ( γάντι με τον υπότιτλο) υποθέτω ότι αποτελεί ένα σκαλοπάτι /τομή στη συγγραφική της πορεία.
Μια εντελώς απροσδόκητη προσέγγιση (ανάγνωση) του μυθιστορήματος και παράλληλα ένας κριτικός σχολιασμός θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη φωτογραφία του εξωφύλλου, η οποία, όπως και ο  τίτλος «σημαίνει» και νοηματοδοτεί πολλαπλώς . Να σκεφτούμε δηλαδή τι νοηματοδοτήσεις και σημασίες θα προκαλέσει στον έντιμο και υποψιασμένο αναγνώστη αυτή η φωτογραφία. Να προχωρήσουμε σε μια σημειολογία των στάσεων και κινήσεων του σώματος, του βλέμματος των τριών ανδρών στη φωτογραφία και να σηματοδοτήσουμε τη φωτογραφία ως κλειδί ανάγνωσης του μυθιστορήματος.
Η φωτογραφία των τριών ανδρών στο εξώφυλλο του μυθιστορήματος είναι μια φωτογραφία, σαφώς ερασιτεχνική, τραβηγμένη στο κανονικό φως της ημέρας. Φαίνεται ότι ο φωτογράφος εστιάζει στα σώματα και στα πρόσωπα των ανθρώπων και αδιαφορεί παντελώς για τον περίγυρο. Κοιτώντας από αριστερά απεικονίζεται ένας μεσήλικας και μεγαλύτερος των άλλων δυο. Στη μέση ίσως ο πιο νεότερος της παρέας με περισσότερη αδημονία στο πρόσωπό του, με βλέμμα ευθύ και άμεσο κατάφατσα στο φακό. Δίπλα του στέκεται ο τρίτος της παρέας με βλέμμα να κλίνει προς το μέσον της φωτογραφίας, θα έλεγα πλάγιο και διαγώνιο.
Η μεγάλη διαφορά των τριών ανδρών εστιάζεται στο στήσιμο των χεριών. Η εστίαση εκεί δικαιολογείται και από τη σημαντικότητά τους, εφόσον τα χέρια είναι το πλέον ουσιαστικό εργαλείο για τους έλληνες μετανάστες στη Γερμανία. Τα χέρια του μεσήλικα αριστερά, αφημένα κάτω παραπέμπουν σε σήματα παραίτησης ή και σε  συμβιβασμούς  ωριμότητας. Τα χέρια κάτω είναι μια θέση χεριών πολύ κοντά στο κλασικό και τυπικό στυλ, που θυμίζει στάση προσοχής , άρα υποταγής. Αντίθετα τα χέρια του νεαρού στο μέσον της φωτογραφίας έχουν άλλο στυλ περισσότερο συμβατό θαρρεί ς με το νεαρόν της ηλικίας και με το αποφασιστικό και ευθύ βλέμμα του. Και τα δυο του χέρια στηρίζονται στη μέση και προσλαμβάνονται έτσι ως κίνηση αποφασιστικότητας, ετοιμότητας και αναμονής. Τέλος,  ο τρίτος άνδρας φωτογραφίζεται  με τα χέρια πίσω, έτοιμος ή λίγο πριν από την έκρηξη; Μάλλον όχι, αντίθετα δείχνει και με το βλέμμα του κατά τι περισσότερο σίγουρος για τον εαυτό του.
Βέβαια το καθοριστικό ερώτημα είναι ποιός είναι ποιός στη φωτογραφία. Να πω πως  μάλλον ο μεσαίος και ο ευρισκόμενος στο δεξί άκρο συνταιριάζουν περισσότερο με τον ήρωα που εγγράφεται ως το κεντρικό αρσενικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα. Να προσθέσω όμως κάτι. Και τα τρία πρόσωπα έχουν ένα ξεχωριστό τρόπο να αντικρίζουν το φακό από αμήχανα βλέμματα έως συγκρατημένα μειδιάματα. Ένα σφιγμένο χαμόγελο του μεσήλικα αριστερά που εναντιώνεται λες στη σκληρή πραγματικότητα που διήλθε αλλά φοβάται ότι  θα επαναλαμβάνεται και που δεν ξεγελιέται πια, τα  έχει δει όλα. Ο δεύτερος άνδρας στην άκρη της φωτογραφίας, με αρχόμενη φαλάκρα και πιο συμβατικό στήσιμο και ντύσιμο έχει καθαρό χαμόγελο ή μάλλον  χαμόγελο πείσμα. Να πω ότι διακρίνω επίσης μια χροιά μελαγχολίας στο αχνό και ελάχιστα διαγραφόμενοι χαμόγελο; Μπορεί και ναι. Αντίθετα στο μεσαίο και πιο νεαρό άνδρα της φωτογραφίας όλα τα σημαινόμενα των  κινήσεων χεριών και σώματος είναι καθαρά και αποφασιστικά.
Το μυθιστόρημα με αυτά τα στοιχεία, δηλαδή τίτλο, υπότιτλο και εξώφυλλο, ήδη γεννάει προσδοκίες και ερωτήματα. Πώς επεξεργάζεται και διαπραγματεύεται το φαινόμενο της μετανάστευσης ένας συγγραφέας που γεννήθηκε ακριβώς στην κορύφωσή του, δηλαδή στη δεκαετία του ‘60; Πώς εξηγείται αυτή η επιστροφή / επιλογή στο θέμα της Μετανάστευσης σήμερα μετά από μια 20ετία, όπου το θέμα πιάνεται αντίστροφα; Γιατί, εδώ κα μια εικοσαετία τουλάχιστον η μυθιστορηματική γραφή σχολιάζει  τη μετανάστευση των «άλλων» που έρχονται στη χώρα μας και όχι των «δικών» μας που φεύγουν. Πώς είναι δυνατόν να αντιληφτεί ένας σύγχρονος αναγνώστης το οδυνηρό φορτίο μνήμης ,το οδυνηρό τραύμα του ξεριζώματος των προηγούμενων γενιών;
 Στα ερωτήματα αυτά θα απαντήσει κανείς με διάφορους τρόπους διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η συγγραφέας θέλει να ξεμπλέξει με το φορτίο των γονιών, το φορτίο του αγωνιστή πατέρα αλλά και με τις όποιες αφηγήσεις έχει εσωτερικεύσει και κουβαλεί μες στη ψυχή της. Το επιχειρεί υιοθετώντας ταυτόχρονα δυο πράγματα. Πρώτον,  με το μυθιστόρημα αυτό η συγγραφέας εγκαταλείπει τη γραφή και το μότο της παιδικής λογοτεχνίας. Μορφολογικά, υφολογικά και βεβαίως και θεματικά.  Δεύτερον επιλέγει μια πρωτοπρόσωπη γραφή με εναλλαγή οπτικής γωνίας, θέασης και καταγραφής της πραγματικότητας και μάλιστα δεν είναι η συγγραφέας/ κόρη που αφηγείται τα γεγονότα μέσα από τη δική της λογική και ματιά αλλά προτιμάει εκείνη της νεαρής και μελαγχολικής Αντωνίας, της μητέρας.
Δεκαετία του ’60 , σχεδόν γύρω στα 196o, ομάδες νεαρών ελλήνων παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς. Συγκεκριμένα, 8 ζευγάρια νεαρών ελλήνων και μια νεαρή κοπέλα μόνη της παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς. Μέσω Θεσ/νίκης, Πειραιά και Ιταλίας φτάνουν στη γκρίζα περιοχή της νότιας Γερμανίας. Η Αντωνία ταξιδεύει μόνη και σχεδόν καταθλιμμένη, γιατί ο σύζυγος δεν μπορεί να βγάλει τα απαραίτητα χαρτιά και να μεταναστεύσει μαζί της, καθότι αριστερός και κομμουνιστής, και γιατί η Αντωνία μόλις έχει χάσει και ένα παιδί 2-3 χρονών. Ξεκινούν από ένα μικρό χωριό της κεντρικής Μακεδονίας κατάφατσα στο Πάϊκο.
Στη συνέχεια του μύθου απλώνεται η ζωή των μεταναστών… Δυσκολίες αντιξοότητες, στενοχώριες, η απρόβλεπτα καλή αντιμετώπιση των γερμανών απέναντί τους, σκηνές  εργατικής αλληλεγγύης,  η νοσταλγία της πατρίδας και άλλα πολλά, όπως η σπαρακτική ιστορία  της Ελευθερίας και του Αρίστου, της Λένας και του Λευτέρη. Μικρές καθημερινές ιστορίες μέσα στο εργοστάσιο, μέσα στο σπίτι (χάιμ) με κοινόχρηστες τουαλέτες που φιλοξενεί τα 8 ζευγάρια και έξω από τη γερμανική κοινωνία. Οι ήχοι του βάρδου της ξενιτιάς Στέλιου Καζαντζίδη, η επικοινωνία με την πατρίδα μικρές σπίθες παρηγοριάς.
Η πρωταγωνίστρια ( Αντωνία)υποδέχεται μετά από λίγο καιρό τον άνδρα της το Χάρη και σε λίγο μένει έγκυος και γεννάει το πρώτο τους παιδί. Όλο το Χαιμ και η ελληνική παρέα γιορτάζει και χαίρεται. Η ανατροπή όμως είναι κοντά, ο Χάρης ταξιδεύει στην Ελλάδα για την άρρωστη θεία του και εγκλωβίζεται εκεί,  γιατί εντωμεταξύ επιβάλλεται η επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Ο Χάρης φυλακίζεται στο Γεντί Κουλέ για εφτά χρόνια. Το ζευγάρι χωρίζει βιαίως και η Αντωνία και η μικρή Αλεξάνδρα μένουν μόνες για εφτά ολόκληρα χρόνια στη Γερμανία.
Τώρα το σκηνικό αλλάζει και έχουμε εξαιρετικές σκηνές βίας και καταπιέσεων στις φυλακές. Σε αυτό το διάστημα η Αντωνία έχει πάντα τον πρώτο λόγο και είναι αυτή που μεταφέρει με τη φωνή της τις εξελίξεις στη Γερμανία και στην Ελλάδα.
Το μυθιστόρημα κυλάει άνετα, οι πλευρές της ζωής στη Γερμανία εγγράφονται αδρομερώς όπως και οι ανάλογες πολιτικές στην Ελλάδα της χούντας. Το σημαντικό για τη συγγραφέα είναι ότι καταφέρνει να στήσει και να παρουσιάσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες . Αποτυπώνει και ολοκληρώνει συγκεκριμένους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες /τύπους  μετανάστη και ειδικότερα αγρότες, γόνους πολυμελών αγροτικών οικογενειών, όπως και τυπικούς χαρακτήρες γερμανών εργατών και πολιτών με θετικό πρόσημο. Όλο το μυθιστόρημα αρθρώνεται σε 14 άνισες ενότητες. Οι ενότητες που αφορούν τη ζωή και τις περιπέτειες της Αντωνίας ηρωίδας περνούν από το φίλτρο και τη φωνή της πάντα σε πρώτο πρόσωπο. Οι υπόλοιπες ενότητες λιγότερες φυσικά που αφορούν τον άντρα της ,που είναι μακριά της, είναι γραμμένες σε τρίτ0 πρόσωπο, δηλαδή μια κλασική παντογνωστική αφήγηση με έναν αφηγητή ουδέτερο.
Η φωνή της Αντωνίας μοιάζει αυθεντική, άμεση και αληθινή.  Μέσα στα έργο της η συγγραφέας μετατρέπει προσωπικά της βιώματα σε μυθιστορηματικές καταστάσεις, κρατώντας πάντα την απαραίτητη απόσταση από το αυτοβιογραφικό στοιχείο αλλά επιτρέποντας στους ήρωές της να βλέπουν τα πράγματα με τη δική της θεώρηση. Αντίθετα ο Χάρης είναι μάλλον ελλιποβαρής φιγούρα, γιατί αυτός μάλλον ανήκει αλλού, τα σπουδαία συμβαίνουν εν τη απουσία του.
 Στην ουσία η συγγραφέας πλάθει δυο πρόσωπα τον πατέρα και τη μητέρα. Δεν είναι απλά διηγηματογραφικές φιγούρες. Οι εξομολογήσεις, οι προσευχές, οι αναθεματισμοί και οι απαντοχές τους θα δημιουργήσουν έναν στέρεο μύθο αλλά και ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα που ακουμπά επάνω σε ένα συλλογικό πλέον μύθο στον μετανάστη της δεκαετίας του 60. Μόνο που αυτός ο χαρακτήρας ανήκει στην ηθική και στο πένθος της καρδιάς. Αυτοί οι χαρακτήρες λείπουν από τον ρηχό και παράταιρο σημερινό κόσμο. Είναι πρόσωπα που ανήκουν σε ένα άλλο βαθύτερο ρεύμα ζωής , όπου ο νους παραμερίζει για να ακουστεί η φωνή που βγαίνει κατευθείαν από το φυλλοκάρδι. Μιλάει η χθόνια φωνή, η φωνή μαρτυρία των επιγόνων για τους προγόνους.
Έτσι, περισσότερο και από μια αυτοβιογραφική γραφή το μυθιστόρημα  Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή είναι η ανάγκη επικοινωνίας με τον εαυτό της και η διάσωση της προσωπικής της ταυτότητας και κάπως συνολικότερα αυτήν της οικογένειά της. Tελικά , όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να δούμε το κείμενο  ως αυτοβιογραφικό τεκμήριο, προκειμένου να κατανοήσουμε αυτό που ενδεχομένως ζητάει να δηλώσει η συγγραφέας: Πως για να αντέξει κανείς την πίεση και  το άχθος κάποιων επώδυνων γεγονότων που βίωσε ως άνθρωπος, η συγγραφέας μετατρέπει τον εαυτό της σε διεισδυτικό παρατηρητή και ερμηνευτή μιας σύνθετης και επώδυνης κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία ούτε την εξοραϊζει, ούτε την υποκρύπτει αλλά τη φέρνει μπροστά μας με έναν τρόπο που μας υποχρεώνει να τη δεχτούμε, να την κατανοήσουμε και να την αποδεχτούμε σιγά-σιγά.  Η ίδια λυτρώνεται και ο αναγνώστης απογειώνεται. Είναι η ευτυχισμένη στιγμή της τέλειας επικοινωνίας αναγνώστη και συγγραφέα …

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

H Λιάνα Κανέλη στο Real fm 97.8 στην εκπομπή της μιλά για το ¨Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Στον αέρα του «Real fm 97,8» η Λιάνα Κανέλλη με την εκπομπή «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί».
Ακούστε την εκπομπή της Παρασκευής 6/7, στο 1ο μέρος "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".

Μέρος 1ο

Μέρος 2ο

Μέρος 3ο


 http://www.real.gr/DefaultArthro.aspx?page=arthro&id=159202&catID=7

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

"Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή",Manus Scripta, ένα επίκαιρο βιβλίο για τη μετανάστευση του 1960, γράφει η Άννα Πατρωνίδου στο τετρασέλιδο αφιέρωμα μερικές μέρες μετά την παρουσίαση στην Κομοτηνή.


Έλενας Αρτζανίδου, «Γκασταρμπάιτερ- Η οδυνηρή φυγή», Εκδόσεις «Manus Scripta», Κύπρος 2012
Παρουσιάστηκε την Παρασκευή που μας πέρασε το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου με τίτλο «Γκασταρμπάιτερ- Η οδυνηρή φυγή» στο βιβλιοπωλείο Δημοκρίτειο. Ένα βιβλίο επίκαιρο που καταγράφει πραγματικά γεγονότα μέσα από τα βιώματα της συγγραφέως του αλλά και χιλιάδων μεταναστών. Ένα βιβλίο ύμνος στην αναζήτηση της ελπίδα...
...H Άννα Πατρωνίδου γράφει:
Στους προσκεκλημένους φιλοξενούμενους εργάτες, δηλαδή τους γκασταρμπάιτερ, αναφέρεται το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου. Μέσα από μια βιωματική αφήγηση η συγγραφέας καταγράφει την βεβαρυμένη από το εμφυλιακό και όχι μόνο παρελθόν προσπάθεια των ελλήνων μεταναστών να ενσωματωθούν και να επιβιώσουν στη νέα τους ζωή σε μια βιομηχανική γερμανική πόλη του ’60. Ατομικά και συλλογικά τραύματα, η γενέθλια γη της Μακεδονίας, ο πατέρας, η μάνα, οι αδελφές, ο χωροφύλακας, η θεία, η μοίρα του μετανάστη, το φορτωμένο παρελθόν που μπερδεύεται στο μυαλό του αναγνώστη με το δύσκολο παρόν. 

Ένα έργο απαλλαγμένο από μελοδραματισμούς, παρά μόνο όταν αυτοί είναι αναγκαίοι για να περιγράψουν τον πόνο του χωρισμού. Ένα έργο που καταθέτει ένα ψύχραιμο σχόλιο για τα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα της πρόσφατης ιστορίας μας, παραμένοντας ανησυχητικά επίκαιρο. Επίκαιρο γιατί ήδη στην Ελλάδα έχει ξεκινήσει η νέα μετανάστευση. Τα χαρακτηριστικά της βέβαια μπορεί να είναι διαφορετικά αλλά η βάση, η αιτία και ο σκοπός παραμένουν ίδια. Νέοι και πάλι μεταναστεύουν εξαιτίας της φτώχειας και της ανεργίας με στόχο και πάλι την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. 

Βέβαια το βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου πέρα από το θέμα των μεταναστών διαπραγματεύεται και θέματα που απασχολούν διαχρονικά τους ανθρώπους όπως ο έρωτας, η φιλία, ο θάνατος, αλλά και διαλύει στερεότυπα που αφορούν στους Γερμανούς. Ένα βιβλίο με κυρίαρχο μήνυμα την ανάγκη των ανθρώπων να αντιμετωπίζουν την ζωή με αισιοδοξία και να αγωνίζονται για το όνειρό τους αφενός, και αφετέρου για την πίστη ότι ο αγώνας έχει αποτελέσματα όταν όλοι ενωμένοι παλεύουμε για ένα καλύτερο αύριο.
Διαβάστε περισσότερα στο τετρασέλιδο αφιέρωμα της εφημερίδαν Παρατηρητής της Θράκης.

Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Στην εφημερίδα ο Παρατηρητής της Θράκης,η Άννα Πατρωνίδου γράφει για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


Ελένη Αρτζανίδου, συγγραφέας: «Τα όνειρα, τα θέλω, δεν χαρίζονται, αλλά κατακτώνται με αγώνα και πείσμα»
Όταν υπάρχει ανέχεια και ανεργία η κάθε χώρα γεννά τον οικονομικό μετανάστη - Η λέξη λαθρομετανάστης φέρνει στα μάτια μου την οικογένειά μου να αγωνίζεται έντιμα
«Γκασταρμπάιτερ» ή φιλοξενούμενος εργάτης… Όρος που χρησιμοποιήθηκε στη Γερμανία μετά το 1960 και συγκεκριμένα την υπογραφή του γερμανοελληνικής διακρατικής συμφωνίας, σύμφωνα με την οποία προσκεκλημένοι και φιλοξενούμενοι εργάτες από την Ελλάδα, οι γκασταρμπάιτερ δηλαδή, έφυγαν επισήμως και δούλεψαν στην τότε Δυτική Γερμανία σε αυτοκινητοβιομηχανίες, χυτήρια, εργοστάσια πορσελάνης και φαρμάκων. Χιλιάδες νέοι, θα μπορούσε να πει κάποιος η αφρόκρεμα του ελληνικού εργατικού δυναμικού, φεύγουν από τη χώρα μας σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανεργία. Με μοναδικό εφόδιο την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή…
Με το θέμα αυτό ασχολείται το βιβλίο της Ελένης Αρτζανίδου, που έχει τίτλο «Γκασταρμπάιτερ, η οδυνηρή φυγή». Μια αληθινή βιωματική ιστορία, εφόσον η ίδια και η οικογένειά της υπήρξαν Γκασταρμπάιτερ στη δεκαετία του 1960 και του 1970. Την ιστορία αυτή αλλά και την ίδια την συγγραφέα θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό της πόλης μας σήμερα Παρασκευή στις 7:30 το απόγευμα στο χώρο του βιβλιοπωλείου Δημοκρίτειο. Εκτός της συγγραφέως για το βιβλίο θα μιλήσει και ο δημοσιογράφος – συγγραφέας Σπύρος Σιδέρης.
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου της Ελένης Αρτζανίδου ο «Παρατηρητής της Θράκης» φιλοξενεί σήμερα συνέντευξή της που έδωσε στο δημοσιογράφο Γιάννη Θ. Κεσσόπουλο...

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Η Γιώτα Φώτου, γράφει για το "Γκασταρμπάιτερ η οδυνηρή φυγή".


...Στις 30 Μαρτίου 1960 υπογράφεται το γερμανοελληνικό σύμφωνο εργατών, σύμφωνα με το οποίο  προσκεκλημένοι και φιλοξενούμενοι εργάτες από την Ελλάδα οι γκασταρμπάιτερ δηλαδή, φεύγουν επισήμως να δουλέψουν στην τότε Δυτική Γερμανία σε αυτοκινητοβιομηχανίες, χυτήρια, εργοστάσια πορσελάνης και φαρμάκων. Η συμφωνία αυτή κράτησε για δεκαπέντε κυρίως χρόνια, μέχρι το 1975.  Μόνο στην αρχή 400 000 νέοι, η αφρόκρεμα του ελληνικού εργατικού δυναμικού, αφήνει πίσω τη λασπωμένη πατρίδα, την πατρίδα που αιμορραγεί μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο και φεύγουν για να ξεφύγουν από τη φτώχεια και την ανεργία. Το μοναδικό τους εφόδιο τα όνειρα και η ελπίδα. Οι περισσότεροι προέρχονται από αγροτικό περιβάλλον.
Γκασταρμπάιτερ, προερχόμενοι από τη Μακεδονία οι ήρωες του βιβλίου της Έλενας Αρτζανίδου, οκτώ ζευγάρια και η Αντωνία φτάνουν το 1964 στο Βαλντσάσεν με σκοπό να δουλέψουν σε εργοστάσιο πορσελάνης. Με τρένο ως τον Πειραιά και μετά με ένα σαπιοκάραβο, το Κολοκοτρώνης ως το Πρίντεζι κι από εκεί με αμαξοστοιχία πάλι ως τη Γερμανία.  Εγκαθίστανται σε «χάιμ» σπίτια με πολλά δωμάτια, (ένα για κάθε ζευγάρι) κουζίνα και μπάνιο κοινό που βρίσκονταν κοντά στο χώρο εργασίας.
Πίσω στην πατρίδα μένει εγκλωβισμένος ο Χάρης, σύζυγος της Αντωνίας περιμένοντας να πάρει το πολυπόθητο χαρτί κοινωνικών φρονημάτων ώστε να εξασφαλίσει την άδεια αναχώρησης για τη Γερμανία όπου θα συναντήσει τη γυναίκα του...
Διαβάστε το πλήρες κείμενο:http://giotafotou.psichogios.gr/2012/06/blog-post.html